Win-win situation: Κράτος έναντι εδάφους και πληθυσμού

Αναστασιαδης Ακιντζι


Γιάννος Χαραλαμπίδης

Φθάνει η ώρα του εδαφικού για το Κυπριακό. Eπί τη βάσει των όσων ζητημάτων μένουν στο τραπέζι, η διαπραγματευτική ομάδα να έχει στο μυαλό της τρία βασικά κλειδιά, που θα μπορούν να ανοίξουν την πύλη του «ναι» στο δημοψήφισμα για την έγκριση ή την απόρριψη της λύσης: Επιστροφή εδαφών, πληθυσμών, ασφάλεια, με ό,τι αυτά σημαίνουν.

Βεβαίως, όπως τονίζεται, ουδόλως υποτιμώνται:
1. Οι λοιπές πτυχές της διευθέτησης του προβλήματος, όπως είναι η εκ Περιτροπής Προεδρία, τα οικονομικά και τραπεζικά, καθώς και φορολογικά πρόβλημα της λύσης, συν η εξεύρεση χρημάτων για το κόστος, κυρίως των αποζημιώσεων, ένα ζήτημα που είναι συναφές με τη βιωσιμότητα της κυπριακής οικονομίας μετά τη λύση.
2. Οι ανησυχίες, όπως τονίζεται, των Τουρκοκυπρίων. Ανάλογα κλειδιά έχει και η τουρκοκυπριακή πλευρά. Επισημαίνεται δε, από Αμερικανούς και Ευρωπαίους διπλωμάτες στις μεταξύ τους επαφές, ότι αυτά τα «κλειδιά» είναι διαφορετικά για κάθε πλευρά, αλλά θα πρέπει να συνυπάρξουν για να μπορεί η κάθε ηγεσία να ερμηνεύει τα δικά της οφέλη και να ξεκλειδώσει έτσι, κυρίως στους Ελληνοκυπρίους, η πύλη του «ναι» στη λύση.

Η λογική του αμοιβαίου οφέλους
Τα τρία κλειδιά για την ελληνοκυπριακή πλευρά αφορούν στην επιστροφή εδαφών και πληθυσμού, καθώς και στην κατάργηση των εγγυήσεων, όπως και την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων. Την ίδια στιγμή, η άλλη πλευρά θέλει να εμφανίσει τη λύση ως αναγνώριση του ψευδοκράτους στο πλαίσιο ενός νέου συνεταιρισμού, μέσα από πλειοψηφίες σε έδαφος και πληθυσμό, και μέσα από αποκλειστικές εξουσίες και κυριαρχικά δικαιώματα πρωτογενούς δικαίου. Στόχος, όπως επισημαίνεται, είναι να ερμηνευθεί το αποτέλεσμα της λύσης ως win-win situation. Εκτός του περιουσιακού, που είναι πολύπλοκο και συναφές με τις αποζημιώσεις και άλλες πτυχές της λύσης θέμα, σκόπελος εντοπίζεται στο κεφάλαιο της ασφάλειας στην ακόλουθη βάση: Πληροφορίες αναφέρουν ότι η Άγκυρα κρύβεται πίσω από τους Βρετανούς. Οι Τούρκοι, μάλιστα, διαβίβασαν και στις ΗΠΑ τα εξής: «Αφού οι Βρετανοί θα έχουν Βάσεις και μετά τη λύση, γιατί να μην έχουμε κι εμείς;».

Επιστροφή εδαφών, πληθυσμού και 20%
Η ελληνοκυπριακή διαπραγματευτική ομάδα εκτιμά ότι όσο το δυνατόν περισσότερη επιστροφή εδαφών επιτευχθεί, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η επιστροφή Ελληνοκυπρίων υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση, οπότε αυξάνονται οι πιθανότητες στήριξης του «ναι». Ταυτοχρόνως, εκτιμάται ότι όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επιστροφή εδαφών προκύψει, τότε: 1. Αυξάνονται οι πιθανότητες μείωσης του κόστους των αποζημιώσεων. Ήδη, στην παρούσα φάση, υπάρχει σοβαρό πρόβλημα στην κοστολόγηση από την Παγκόσμια Τράπεζα. Διότι, εκτός των άλλων, οι τιμές που δίδει η τουρκοκυπριακή πλευρά για τις ακίνητες περιουσίες των Ελληνοκυπρίων στα κατεχόμενα είναι, σύμφωνα με την Κυβέρνηση, το 1/10 της πραγματικής αξίας. Αυτό δημιουργεί το εξής πρόβλημα: Από τη μια, εάν γίνει δεκτή η τουρκική κοστολόγηση, που στηρίζεται σε αποζημιώσεις που επιδικάστηκαν στην «Επιτροπή Αποζημιώσεων», αδικούνται οι δικαιούχοι. Εάν, από την άλλη, γίνουν δεκτές, μπορεί να περιοριστεί το κόστος της λύσης. Όπως, όμως, εκτιμούν και τεχνοκράτες στις Βρυξέλλες, που εμπλέκονται στο Κυπριακό, αυτό συνιστά και ένα ζήτημα που θα προκύψει στο πλαίσιο της Επιτροπής για τις Αποζημιώσεις μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, που θα λειτουργήσει μετά τη λύση. 2. Δημιουργούνται συνθήκες για μικρότερο αριθμό Ελληνοκυπρίων που θέλουν να επιστρέψουν υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση, οπότε περιορίζονται οι αντιδράσεις. Αυτά θα εμφανιστούν από την Κυβέρνηση ως αντιστάθμισμα στο ότι: Μόνο το 20% των Ελληνοκυπρίων που θα επιστρέψουν θα έχουν δικαίωμα ψήφου στις τοπικές εκλογές, ενώ τους αφαιρείται το δικαίωμα ψήφου στον Βορρά και στις εθνικές εκλογές. Η φόρμουλα αυτή χρησιμοποιείται μαζί με άλλα στοιχεία από τον κ. Ακιντζί ως επιτυχία χωριστού κρατιδίου (βλέπε συνέχεια θέσης τουρκικής πλευράς).

Το τεστ, η Μόρφου και η τουρκική λίμνη
Για την Κυβέρνηση, η υποβολή χαρτών και η συζήτηση στο εξωτερικό είναι σημαντικό βήμα και ένα τεστ, διότι η τουρκική πλευρά θα ανοίξει τα χαρτιά της και θα διαφανεί πόσο θέλει τη λύση. Για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας είναι κόκκινη γραμμή η επιστροφή της Μόρφου υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση. Επί του θέματος υπάρχουν αντιδράσεις από την τουρκοκυπριακή πλευρά, ενώ πρόταση του Προέδρου για τη μετεγκατάσταση Τουρκοκυπρίων και εποίκων εις ην περίπτωση επιστραφεί η Μόρφου, αυξάνει το κόστος της λύσης. Σημαντικό πρόβλημα είναι αφενός οι επενδύσεις που έχουν γίνει στη Μόρφου, και τις οποίες ο κ. Ακιντζί και η τουρκική πλευρά γενικότερα συνδέουν με την οικονομική βιωσιμότητα του τουρκοκυπριακού συνιστώντος κράτους και με το ζήτημα του ελέγχου των ακτογραμμών. Πάντως, ο κ. Ακιντζί θεωρεί ότι στην περίπτωση που αποδεχτεί συζήτηση για τη Μόρφου, θα ανοίξει συζήτηση και για τα κριτήρια του περιουσιακού γενικότερα. Άρα έχουμε: 1. Πρόεδρος: Επιστροφή Μόρφου και μετεγκατάσταση. 2. Ακιντζί: Αν ανοίξει το θέμα Μόρφου, ανοίγουν εκ νέου και κριτήρια για το περιουσιακό.
Ο Πρόεδρος φαίνεται εκ πρώτης όψεως να μην αποδέχεται όσα το σχέδιο Ανάν προέβλεπε για τις ακτογραμμές, ενώ η άλλη πλευρά δεν είναι διατεθειμένη να δώσει περισσότερα. Παρά την τουρκική στάση, πέραν της Μόρφου, ο Πρόεδρος θέτει υπό διεκδίκηση τη χερσόνησο της Καρπασίας, χωρίς, όμως, η τουρκική πλευρά να είναι θετική σε μια μορφή καντονίου εντός των εδαφών του τουρκοκυπριακού συνιστώντος κράτους. Η ίδια η Τουρκία συνδέει την Καρπασία με τα ζητήματα ασφάλειας και με τη γεωπολιτική πτυχή του Κυπριακού, δηλαδή του ελέγχου της θαλάσσιας περιοχής από τη Μαρμαρίδα ώς τη Αλεξανδρέττα στη λογική της τουρκικής λίμνης, όπως έχει επισήμως τονίσει από το 2011 ο Τούρκος Πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν.

Τα κλειδιά του Ακιντζί
Από την άλλη πλευρά, ο κ. Ακιντζί έχει τα δικά του κλειδιά για να ανοίξει την πύλη του «ναι». Θεωρεί ότι με τη λύση, και όπως κινούνται τα πράγματα, για να πείσει τους Τουρκοκυπρίους να πουν «ναι» με την ευκολία που είπαν το 2004, θα πρέπει το σχέδιο λύσης να μην είναι χειρότερο από εκείνο του Ανάν και ταυτοχρόνως να δύναται από την πρώτη στιγμή να υποστηρίξει ότι έχει πλειοψηφία εδάφους και πληθυσμού, χωριστή διοίκηση με αποκλειστικά κυριαρχικά δικαιώματα και πρωτογενές δίκαιο. Δηλαδή, να μπορεί να δικαιολογήσει ότι έδωσε έδαφος, επιτυγχάνοντας την αναγνώριση του ψευδοκράτους ως ισότιμου καθεστώτος συνιστώντος κράτους στο πλαίσιο ενός νέου συνεταιρισμού, του οποίου η εξουσία θα πηγάζει εξίσου από Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους, όπως καθορίζει η συμφωνία της 11ης Φεβρουαρίου, χωρίς ρητή αναφορά σε έναν, ενιαίο και αδιαίρετο λαό. Γίνεται μνεία στον λαό διότι αυτός εμφανίζεται, με βάση το Συνταγματικό και το Διεθνές Δίκαιο, ως ο φορέας της κυριαρχίας. Η απουσία της νομικής έννοιας του λαού δίδει, στη λογική των εποικοδομητικών ασαφειών, το δικαίωμα περί ερμηνείας χωριστών λαών, δηλαδή των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων. Ο ίδιος ο κ. Ακιντζί, αλλά και με βάση όσα διπλωματικές πηγές αναφέρουν, θεωρεί ότι έχει κλειδώσει σε μεγάλο βαθμό τη νομική και πολιτική του επιχειρηματολογία, αφού έχει επιτύχει, στο πλαίσιο των συνομιλιών:
1. Χωριστή διοίκηση και μάλιστα ισότιμου συνιστώντος κρατίδιο με τον Νότο και συγκατοίκηση με τους Ελληνοκυπρίους στην όποια κεντρική εξουσία (ανοικτό είναι το θέμα της εκ περιτροπής προεδρίας).
2. Πλειοψηφία επί του πληθυσμού και επί του εδάφους. Πιο συγκεκριμένα: Η πλειοψηφία επί του εδάφους θα επιτευχθεί: α. με την ανταλλαγή των περιουσιών και των αποζημιώσεων και με βάση ότι λίγοι, όπως εκτιμάται, Ελληνοκύπριοι θα επιστρέψουν στον Βορρά. Σε αυτά προστίθεται και η συμφωνημένη απόκλιση από τις αρχές της ΕΕ, για μεταβατικό στάδιο, προφανώς αορίστου χρόνου, στους περιορισμούς και στην απαγόρευση αγοραπωλησίας γης και άλλης ακίνητης περιουσίας στον Βορρά από Ελληνοκυπρίους. β. με την περιορισμένη άσκηση του δικαιώματος της ψήφου των Ελληνοκυπρίων, που θα θελήσουν να επιστρέψουν. Μόνο το 20% θα μπορούν να δηλώνουν μόνιμη κατοικία στον Βορρά και να ψηφίζουν σε τοπικές εκλογές, και κανείς σε εθνικές. Το ερώτημα είναι επί τη βάσει ποίων κριτηρίων θα καθοριστεί το 20% που θα έχουν δικαίωμα ψήφου σε τοπικές εκλογές. Το θέμα του τρόπου άσκησης των πολιτικών δικαιωμάτων είναι συναφές με εκείνο των αποκλειστικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, που εμφανίζεται εκτός των άλλων σε δυο επίπεδα: Το πρώτο είναι η εξουσία που έχει δοθεί στο τουρκοκυπριακό συνιστών κράτος για συνομολόγηση διεθνών εμπορικών συμφωνιών και συνθηκών, καθώς και τουριστικών. Με τον τρόπο αυτό παρέχεται η δυνατότητα ακόμη και αυτής της εμπορικής και οικονομικής ενσωμάτωσης του βόρειου τμήματος στην Τουρκία, και η δημιουργία συνθηκών αθέμητου ανταγωνισμού μεταξύ των δυο κρατιδίων. Το δεύτερο επίπεδο είναι αυτό του κατάλοιπου εξουσίας που θα ανήκει στα κρατίδια. Όσες, δηλαδή, εξουσίες και αρμοδιότητες δεν ρυθμίζονται ρητώς από την Κεντρική Εξουσία, θα ανήκουν στα κρατίδια κατά τρόπον αποκλειστικό και αμετάκλητο. Δηλαδή το τουρκοκυπριακό συνιστών κράτος θα μπορεί να ασκεί πρωτογενή εξουσία-κυριαρχία. Η λογική αυτή εμπίπτει στη χωριστή διοίκηση με τη μορφή συνιστώντος κράτους στο πλαίσιο νέου συνεταιρισμού, που θα καθιστά τον Βορρά εσαεί τουρκικό. Τελεί, δε, σε άμεση συνάφεια με όσα καθορίζει η 11η Φεβρουαρίου. Ότι δηλαδή η πηγή της εξουσίας και της κυριαρχίας, η οποία στην πράξη διχοτομείται, θα είναι οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι, χωρίς ρητή αναφορά σε ενιαίο λαό.

Τα τολμηρά βήματα
Όπως διπλωματικές πηγές αναφέρουν, «ο μεν Ελληνοκύπριος ηγέτης θα μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι ο μόνος που έχει καταφέρει χωρίς πόλεμο να πάρει εδάφη πίσω και να επανεγκαταστήσει πληθυσμό, ο δε Τουρκοκύπριος θα μπορεί να ισχυριστεί ότι έχει επιτύχει την αναγνώριση τού μη αναγνωρισμένου κράτους του ως συνιστώντος με ισότιμο καθεστώς, με εξουσίες και μάλιστα πρωτογενείς και αποκλειστικές, και με τον Βορρά να παραμένει, πλην εδαφικών αναπροσαρμογών, εσαεί τουρκικός». Και προσθέτουν: «Το πρόβλημα είναι ότι τα επιχειρήματα του 'ναι' από τη μια πλευρά θα χρησιμοποιούνται από αυτούς του 'όχι' στην άλλη, διότι τα εκατέρωθεν βήματα θα είναι τολμηρά».

Το μοντέλο της Βρετανίας
Καθοριστικής σημασίας δεν είναι μόνο το εδαφικό, αλλά και το θέμα των εγγυήσεων, το οποίο στην ουσία διαχειρίζονται Ελλάδα και Τουρκία, ενημερώνοντας βεβαίως και τη Βρετανία. Μάλιστα, όπως τονίζεται, η φόρμουλα περί της παρουσίας τουρκικών βάσεων πηγάζει από τη βρετανική πολιτική. Με άλλα λόγια, η Βρετανία φοβάται ότι με μια ενδεχόμενη κατάργηση των εγγυήσεων ανοίγει και το θέμα των Βάσεων που διαθέτει στην Κύπρο. Γι' αυτό, το Λονδίνο διατυπώνει την εξής θέση: Μπορεί να πω «ναι» σε ό,τι συμφωνήσουν οι δυο πλευρές, αλλά δεν θα ενοχληθεί η βάση της Δεκέλειας. Η Άγκυρα αρπάζει τη βρετανική αξίωση και τονίζει ότι θέλει και η ίδια βάση στην Κύπρο, εφόσον θα έχει η Αγγλία και ότι θα μπορεί να διασφαλίζει, κατ’ ελάχιστον, τους Τουρκοκυπρίους και δη το συνιστών τους κράτος.
Το δεύτερο σκέλος της τουρκικής θέσης έχει βρετανική προέλευση, αφού είχε προταθεί στη λογική των χωριστών εγγυήσεων. Η παραίτηση της Ελλάδας από τις εγγυήσεις έφερε στο προσκήνιο την τουρκική πρόταση περί δικαιώματος του ηγέτη του τουρκοκυπριακού συνιστώντος κράτους να καλεί την Άγκυρα μονομερώς. Για την Τουρκία είναι θέμα αρχής και γοήτρου η παραμονή στρατευμάτων είτε με τον έναν είτε με τον άλλον τρόπο, ακόμη, όπως τονίζεται και μέσα από μια Πολυεθνική Δύναμη. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας απορρίπτει τις τουρκικές θέσεις, γνωρίζοντας ότι δεν θα πεισθούν οι Ελληνοκύπριοι να πουν «ναι» σε μια λύση με παρουσία τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο, ενώ, από την άλλη, θα είναι δύσκολο για τον κ. Ακιντζί να πει στους Τουρκοκυπρίους και δη στην αντιπολίτευση ότι θα αποχωρήσει ο τουρκικός στρατός άπαξ και διά παντός από την Κύπρο.

Η τουρκική εξομολόγηση στις ΗΠΑ

Πρακτικό πρόβλημα εντοπίζεται και στην πρόταση της ελληνοκυπριακής πλευράς, που αφορά σε πολυεθνική δύναμη κάτω από το κεφάλαιο 7 της Χάρτας του ΟΗΕ, υπό την έννοια ότι η ενεργοποίηση μπορεί να γίνει μόνο εάν υπάρχει απειλή και διάρρηξη της διεθνούς ειρήνης. Μια ερμηνεία που δίδεται από το Συμβούλιο Ασφαλείας με πολιτικά κριτήρια και επί τη βάσει συμφερόντων. Όσο δε για τη δύναμη του ΟΗΕ που θα βρίσκεται στην Κύπρο με τη λύση, αυτή, εφόσον δεν θα μπορούν να δικαιολογηθούν πολεμικές επιχειρήσεις, θα είναι κάτω από το κεφάλαιο 6. Δηλαδή θα δικαιούται να φέρει ελαφρύ οπλισμό και δεν θα έχει εντολές και δικαίωμα εμπλοκής σε εχθροπραξίες. Ταυτοχρόνως, η ενεργοποίηση του Κεφαλαίου 7 προϋποθέτει σειρά άλλων μέτρων πριν από τη λήψη στρατιωτικών, όπως είναι το οικονομικό εμπάργκο ή/και ναυτικοί και αεροπορικοί αποκλεισμοί. Οπότε, μέχρι τη λήψη απόφασης, η Άγκυρα θα κάνει τη δουλειά της. Εάν δε, αποφασιστεί χρήση βίας με βάση το Κεφάλαιο 7, χρειάζεται τουλάχιστον μια μεγάλη δύναμη να διαθέσει στρατιωτικά μέσα και να έρθει σε πόλεμο με την Τουρκία. Κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο, εκτός και αν αποφασίσουν οι Μεγάλες Δυνάμεις τη διάλυσή της. Στοιχείο, όπως τονίζεται, που θα μπορούσε να αρπάξει η τουρκική πλευρά για να εμφανιστεί διαλλακτική, εφόσον θα επιτύχει την εσαεί τουρκοποίηση του Βορρά, είναι η σταδιακή, με βάση χρονοδιαγράμματα, αποχώρηση των στρατευμάτων. Βεβαίως, ακόμη και η Υφυπουργός των Εξωτερικών των ΗΠΑ Βικτώρια Νούλαντ έχει αντιληφθεί, αφενός, ότι ο Πρόεδρος Αναστασιάδης δεν μπορεί να δεχθεί μορφή εγγυήσεων και παραμονή στρατευμάτων, ενώ, αφετέρου, αντιλαμβάνεται ότι και η Άγκυρα θέλει να «διασφαλίσει», όπως της διεβιβάσθη, το τουρκοκυπριακό συνιστών κράτος και τους ομοεθνείς της, επιμένοντας, ταυτοχρόνως, ότι εφόσον θα έχουν οι Βρετανοί Βάσεις γιατί να μην έχουν και οι ίδιοι.
Σημερινή 

www.sigmalive.com/news/kypriako/373470/winwin-situation-kratos-enanti-edafous-kai-plithysmou