Τουρκικές τακτικές κινήσεις

 Τουρκικές τακτικές κινήσεις

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
Για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστημίο

 

ΣΗΜΕΡΑ ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ ΕΝΩΠΙΟΝ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΦΑΣΗΣ ΚΥΟΦΟΡΟΥΜΕΝΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΣΤΙΣ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Η Τουρκία έθεσε θέμα επαναδιαπραγμάτευσης του χώρου του Αιγαίου, στον βαθμό που η ίδια δεν συμμετείχε στις συμφωνίες που έλαβαν χώραν στο πλαίσιο της απόδοσης ή της παράδοσης από την Ιταλία ή άλλες χώρες του νησιωτικού χώρου του Αιγαίου

Η Τουρκία επιχειρεί μέσα από την κρίση με την Ελλάδα αυτό που συνήθως κάνουν διάφορες τουρκικές κυβερνήσεις, δηλαδή να μεταφέρουν το εσωτερικό πλαίσιο κρίσης προς τα έξω, με κύρια αναφορά στην Ελλάδα

Η Άγκυρα έστρεψε καθ’ ολοκληρίαν το ενδιαφέρον της στον ελλαδικό νησιωτικό χώρο, διεκδικώντας συγκυριαρχία στο Αιγαίο και ιδιαιτέρως στο πλέγμα 130 νήσων και βραχονησίδων, των οποίων η κυριαρχία ανήκει παραδοσιακά και σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο στην Ελλάδα. Τούτο εσυνέβη αφού απέτυχε η τουρκική πολιτική στη Μέση Ανατολή σε σχέση με τη διεκδίκηση ελέγχου ή και συγκυριαρχίας στον συριακό χώρο. Η Τουρκία έθεσε θέμα επαναδιαπραγμάτευσης του χώρου του Αιγαίου, στον βαθμό που η ίδια δεν συμμετείχε στις συμφωνίες που έλαβαν χώραν στο πλαίσιο της απόδοσης ή της παράδοσης από την Ιταλία ή άλλες χώρες του νησιωτικού χώρου του Αιγαίου.

Αυτό το ενθυμείται κατά καιρούς η Τουρκία, όταν τα εσωτερικά της προβλήματα ανεβάζουν την κρίση σε βαθμό που κινδυνεύει με αποσταθεροποίηση η χώρα, πράγμα που συμβαίνει σήμερα κατά κύριο λόγο όταν η κυβέρνηση Ερντογάν βρίσκεται κυριολεκτικά μετέωρη, χωρίς καμία εσωτερική θεσμική στήριξη, αφού έχει καταφέρει να εξουδετερώσει το στράτευμα και άλλες εσωτερικές δυνάμεις ασφάλειας και πολιτικής.

Η Τουρκία επιχειρεί μέσα από την κρίση με την Ελλάδα αυτό που συνήθως κάνουν διάφορες τουρκικές κυβερνήσεις, δηλαδή να μεταφέρουν το εσωτερικό πλαίσιο κρίσης προς τα έξω, με κύρια αναφορά στην Ελλάδα. Αυτήν τη φορά η Τουρκία απέτυχε να γίνει δεκτή ως συμμετέχουσα δύναμη στο συριακό πλαίσιο ειρήνευσης και αποκατάστασης της νομιμότητας, το οποίο επιτηρείται κατά κύριο λόγο από τη Ρωσία. Έστρεψε έτσι το ενδιαφέρον της και τον στρατηγικό της προσανατολισμό στο Αιγαίο, προκειμένου να ικανοποιήσει και εσωτερικές ανάγκες σταθεροποίησης του καθεστώτος Ερντογάν.

Ταυτόχρονα αυξάνει την αδιαλλαξία της στην Κύπρο, δείχνοντας κόκκινη κάρτα σε κάθε περίπτωση που η Κυπριακή Δημοκρατία αναπτύσσει πρωτοβουλία για την επίλυση του Κυπριακού με βασικό όρο την αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής και την απαλλαγή της Κύπρου από οποιαδήποτε ξένη, κυρίως τουρκική, επιτήρηση.

Πέραν όμως του Κυπριακού, στο οποίο είναι αναμενόμενη ούτως ή άλλως η τουρκική αδιαλλαξία, η στροφή της Τουρκίας προς το Αιγαίο δείχνει μια ποιοτική μετατόπιση της επιθετικής στάσης της Άγκυρας απέναντι στην Ελλάδα, όπου η τουρκική ηγεσία διά στόματος πρωθυπουργού για πρώτη φορά θέτει επισήμως για τόσο μεγάλο και συγκεκριμένο αριθμό νήσων και βραχονησίδων, ζήτημα αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας και απαίτηση επαναδιαπραγμάτευσης για τη θέση και την κυριαρχία τους.

Αυτό σημαίνει πως η τουρκική εσωτερική κρίση εξάγεται προς τα έξω, προκειμένου να επέλθει συσπείρωση στο εσωτερικό της χώρας, ενώ παράλληλα φυσικά αυτή η διεκδίκηση αποτελεί και μια παραδοσιακή θέση της Άγκυρας πως το Αιγαίο δεν είναι ελληνική λίμνη, αλλά πρέπει να υπάρξει επανεξέταση της Συνθήκης της Λωζάννης του 1923 και των Παρισίων του 1947, οι οποίες προσδιόρισαν την κυριαρχία στο Αιγαίο και στη Δωδεκάνησο.

Επομένως, σήμερα βρισκόμαστε ενώπιον μιας νέας φάσης κυοφορούμενης κρίσης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις σε ό,τι αφορά το Αιγαίο, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε μια ενεργό, δυναμική κρίση, στον βαθμό που θα υπάρξει μια έμπρακτη τουρκική διεκδίκηση οποιασδήποτε νήσου ή βραχονησίδας από πλευράς Τουρκίας, η οποία ανήκει στην Ελλάδα.

Παράλληλα, το Κυπριακό έχει ουσιαστικά αποτελματωθεί, αφού η Τουρκία θέτει ως βασικό όρο τη συνέχιση της παρουσίας της στην Κύπρο μετά τη λύση, πράγμα που σημαίνει μη αποδεκτό όρο για την Αθήνα και τη Λευκωσία, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι ούτως ή άλλως θα υπήρχαν προβλήματα και στη διακυβέρνηση του υπό σύσταση κράτους, αφού η βασική του δομή δεν θα επέτρεπε τη λειτουργικότητά του. Θα είχαμε μια ατελεύτητη καταγραφή αδιεξόδων στη διακυβέρνηση της χώρας, η οποία θα οδηγούσε την Κύπρο σε κατάρρευση.

Η ελληνική στρατηγική θα πρέπει να επαναπροσδιοριστεί σε συνεννόηση των πολιτικών δυνάμεων των δύο χωρών, έτσι ώστε, αφενός μεν στο Κυπριακό να τεθεί επιτέλους το ζήτημα της διεκδίκησης της οικοδόμησης ενός σύγχρονου κράτους, προέκτασης της Κυπριακής Δημοκρατίας, που να προστατεύει όλους τους πολίτες και εθνότητες που διαβιούν σε αυτήν και, αφετέρου, η Αθήνα να δείξει στην Τουρκία τα όρια υπεράσπισης του εθνικού της χώρου στο Αιγαίο, που αποτελεί στρατηγικό πνεύμονα του Ελληνισμού.

Αυτό σημαίνει πως Αθήνα και Λευκωσία θα προκαλέσουν μια οργανωμένη εμπλοκή της Ευρώπης στην υπεράσπιση του κοινού της χώρου στη νοτιοανατολική της πτέρυγα, που εκφράζεται από τα δύο κράτη του Ελληνισμού, προκαλώντας έτσι την ενεργοποίηση του ευρωπαϊκού αμυντικού βραχίονα, που παραμένει αδρανής και που είναι απαραίτητος για την εκδήλωση της ύπαρξης κοινής ευρωπαϊκής άμυνας στο πλαίσιο της συνοχής του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.