Ο Τραμπ και η Μέρκελ απογειώνονται

Τραμπ Μέρκελ


Πού θα πάνε οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γερμανία από αυτό το σημείο
Λίγοι πολιτικές προσωπικότητες είναι τόσο διαφορετικές μεταξύ τους όσο εκείνες του προέδρου των ΗΠΑ, Donald Trump [1] και της Γερμανίδας καγκελάριου, Άνγκελα Μέρκελ. Ο Trump είναι πολιτικά αρχάριος, επιχειρηματίας, και πρώην τηλεοπτική προσωπικότητα με μικρή φαινομενική όρεξη για επίτευξη συναίνεσης. Η Μέρκελ είναι μια επαγγελματίας της πολιτικής της οποίας τα σχεδόν 12 χρόνια ως ηγέτιδας της Γερμανίας έχουν καθοριστεί από μια ικανότητα για ήσυχους συμβιβασμούς.

Αυτές οι αντιθέσεις ήταν εμφανείς κατά την διάρκεια της επίσκεψης της Μέρκελ στον Λευκό Οίκο στις 17 Μαρτίου -πιο ορατές, όταν ο Trump προσπάθησε να κάνει ένα αστείο σε βάρος της Μέρκελ σε μια συνεδρία ερωτήσεων και απαντήσεων με τα μέσα ενημέρωσης. «Τουλάχιστον έχουμε κάτι κοινό, ίσως», δήλωσε ο Trump, αναφερόμενος στο γεγονός ότι η αμερικανική Εθνική Υπηρεσία Ασφαλείας είχε σε ένα σημείο κατασκοπεύσει το κινητό της Μέρκελ και στον δικό του αναπόδεικτο ισχυρισμό ότι η κυβέρνηση του πρώην προέδρου των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, είχε ζητήσει από τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες να παγιδεύσουν [τηλεπικοινωνιακά] τον Trump Tower. Η Μέρκελ μόνο ένευσε. Αυτό το επεισόδιο, μια παράξενη συνέχεια [του περιστατικού] όπου τα μέλη του Τύπου ζήτησαν από τους δύο ηγέτες να ανταλλάξουν μια χειραψία που δεν υλοποιήθηκε, και μια ερώτηση ενός Γερμανού δημοσιογράφου προς τον Trump -στην οποία ρώτησε τον πρόεδρο γιατί «λέει τόσο συχνά … πράγματα που δεν μπορούν να αποδειχθούν»- υπήρξαν στο επίκεντρο των γερμανικών μέσων ενημέρωσης τις ημέρες από τότε που έγινε το ταξίδι της Μέρκελ.

Παρά τα περιστατικά αυτά, η Μέρκελ πιθανώς είδε την πεντάωρη επίσκεψη ως ουσιαστική επιτυχία, δεδομένου ότι της παρείχε μια από πρώτο χέρι άποψη ενός νέου Λευκού Οίκου με μια φαινομενικά διχασμένη προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική. Μια ομάδα στην διοίκηση Trump, εκπροσωπούμενη από αξιωματούχους όπως ο σύμβουλος του Λευκού Οίκου Steve Bannon, αντιτίθεται στην ολοκλήρωση και την οικονομική αλληλοσύνδεση στην ΕΕ, τα οποία αμφότερα είναι κύρια γερμανικά συμφέροντα. Μια άλλη ομάδα, εκπροσωπούμενη από προσωπικότητες όπως ο αντιπρόεδρος Mike Pence, ο υπουργός Άμυνας James Mattis, ο υπουργός Εξωτερικών Rex Tillerson, και ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας H. R. McMaster, φαίνεται να ευνοεί μια πιο παραδοσιακή προσέγγιση σε αυτά τα θέματα. Κατά την Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου τον Φεβρουάριο, ο Pence και ο Mattis έδωσαν έμφαση στο ότι εκτιμούν τους Ευρωπαίους εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών και ότι η Ουάσιγκτον είναι πρόθυμη να αναζητήσει κοινό έδαφος σε ζητήματα όπως η Ρωσία, η ουκρανική κρίση [2], το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης [3], το ΝΑΤΟ και η διατλαντική εταιρική σχέση.

Ο Trump ήταν ταλαντευόμενος μεταξύ των προσεγγίσεων αυτών των δύο στρατοπέδων, και οι διασπασμένες δεσμεύσεις του ήταν εμφανείς την Παρασκευή. Άνοιξε την συνέντευξη Τύπου με τη Μέρκελ διαβάζοντας μια προσεκτικά διατυπωμένη δήλωση, ευχαριστώντας την Γερμανία για την δέσμευσή της στο να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες της, δείχνοντας την εκτίμησή του για την στήριξη της Γερμανίας στην αποστολή του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν, χειροκροτώντας την καγκελάριο για την συμβολή του Βερολίνου στον αγώνα κατά του Ισλαμικού Κράτους (επίσης γνωστού ως ISIS) [4], και τονίζοντας την στενή, βασισμένη στις αξίες φιλία που μοιράζονται οι Ηνωμένες Πολιτείες με την Γερμανία. Το πιο σημαντικό, με το να επαινέσει την συνεργασία μεταξύ της Γερμανίας και της Γαλλίας για την ειρηνευτική διαδικασία στην Ουκρανία, ο Trump έδειξε ότι υπάρχει κοινό έδαφος μεταξύ Βερολίνου και Ουάσινγκτον για την κρίση στην χώρα αυτή, ένα από τα πιο σημαντικά θέματα εξωτερικής πολιτικής για την Γερμανία και την Ευρώπη γενικότερα. Το μήνυμα της Μέρκελ ότι δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις όταν πρόκειται για την σύγκρουση στη Donbas φαίνεται να έχει περάσει.

Αλλά κατά την διάρκεια της συνεδρίας ερωτήσεων και απαντήσεων, ο τόνος του Trump έδειξε μια αντιστροφή. Αναφέρθηκε στις λεγόμενες ψεύτικες ειδήσεις και διπλασίασε [την ένταση] σχετικά με τους ισχυρισμούς του ότι έχει υποστεί υποκλοπή [των συνομιλιών του]. Ο Trump επέμεινε επίσης ότι «δεν είναι απομονωτιστής ούτε κατά φαντασίαν» -ένας ισχυρισμός που δεν φαίνεται να έχει πείσει τους πολλούς Γερμανούς παρατηρητές που έχουν σημειώσει την συναλλακτική προσέγγιση του προέδρου για το εμπόριο και την πολιτική ασφάλειας. Όπως είπε στο ραδιόφωνο Deutschlandfunk ο Jürgen Hardt, μέλος του συντηρητικού κόμματος της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης της Μέρκελ και συντονιστής για τις διατλαντικές σχέσεις, ο Trump έχει υπονοήσει ότι το εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας είναι αποτέλεσμα όχι «μιας πολύ ανταγωνιστικής βιομηχανίας και της υψηλής ποιότητας των γερμανικών προϊόντων» αλλά του ότι «η Γερμανία προφανώς έχει τους καλύτερους [εμπορικούς] διαπραγματευτές» στις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες. (Στην πραγματικότητα, η Γερμανία δεν έχει καθόλου διμερείς εμπορικές συμφωνίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες [5]: Οι εμπορικές διαπραγματεύσεις του Βερολίνου έχουν ανατεθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση).

Όσον αφορά την πολιτική ασφάλειας, ο Trump δεν είναι ο πρώτος Αμερικανός πολιτικός που έχει επιμείνει για μια μεγαλύτερη κατανομή βαρών στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Αλλά αυτός είναι ο πρώτος που προσέγγισε την βασισμένη σε αξίες συμμαχία σαν να ήταν μια επιχείρηση. Η άποψη του προέδρου, την οποία επανέλαβε την Παρασκευή, προτείνει όχι μόνο ότι τα μέλη του ΝΑΤΟ θα πρέπει να «πληρώσουν ό, τι χρωστάνε», αλλά και ότι θα πρέπει αποζημιώσουν αναδρομικά τις Ηνωμένες Πολιτείες [6] για τις σχετικά χαμηλές αμυντικές δαπάνες του παρελθόντος. Δεν νοιάστηκε που η Μέρκελ τόνισε ότι οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι κατανόησαν αυτό το μήνυμα, ότι τα ευρωπαϊκά μέλη της συμμαχίας αποφάσισαν στην σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στην Ουαλία το 2014 να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες τους, και ότι το να γίνει το ΝΑΤΟ αποτελεσματικό δεν έγκειται μόνο στο να δαπανώνται χρήματα αλλά και στην πραγματοποίηση έξυπνων επενδύσεων στις σωστές ικανότητες. Ορισμένοι Γερμανοί παρατηρητές έγιναν έξω φρενών. «Αυτός ο άνθρωπος προφανώς δεν κατανοεί το ουσιαστικό νόημα μιας συμμαχίας, η οποία εξυπηρετεί επίσης τα αμερικανικά συμφέροντα», έγραψε ο Klaus-Dieter Frankenberger [7], ο συντάκτης των Διεθνών στην Frankfurter Allgemeine Zeitung, μια συντηρητική καθημερινή εφημερίδα. «Ορίζει τις σχέσεις με την συμμαχία ως ένα είδος διεθνούς παροχής προστασίας» [στμ: προστασίας με την έννοια που την παρέχουν ορισμένοι στον υπόκοσμο].

Το ότι το ΝΑΤΟ και η ΕΕ δεν είναι «τζαμπατζήδες» αλλά θεμελιώδη στοιχεία για την Ουάσιγκτον φαίνεται σαν ένα μήνυμα που οι Ευρωπαίοι πολιτικοί θα πρέπει να επαναλαμβάνουν ξανά και ξανά. Το ίδιο μπορεί να ισχύει για την αξία μιας ανοικτής παγκόσμιας οικονομίας ως προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί που ο Trump έλεγε ότι θα φέρει πίσω θέσεις εργασίας που ο ίδιος έχει υποστηρίξει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν χάσει μέσω διεθνών εμπορικών συμφωνιών, η Μέρκελ αναφέρθηκε στις τεχνολογικές αλλαγές στον βιομηχανικό τομέα -μια ευγενική υπενθύμιση ότι ο αυτοματισμός έχει κάνει περισσότερα για να εξαλειφθούν αμερικανικές μεταποιητικές θέσεις εργασίας από όσα έχουν κάνει οι ξένοι εργάτες.

Η διοίκηση Trump έχει θέσει υπό αμφισβήτηση τους μακροχρόνιους πυλώνες της διατλαντικής σχέσης, από την συμμαχία του ΝΑΤΟ και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση [8] μέχρι την ανάπτυξη ολοένα και βαθύτερων εμπορικών σχέσεων. Τώρα φαίνεται ότι αυτές οι βασικές αρχές θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο επαναδιαπραγμάτευσης. Δεν θα μοιάζουν πλέον οι σχέσεις μεταξύ της Γερμανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών με έναν παλιό γάμο βασισμένο σε μια κοινή ιστορία και μια βαθιά κατανόηση των κοινών στόχων, παρά τις περιστασιακές διαφορές.

Πολύ περισσότερη προσπάθεια πρέπει να δαπανηθεί για τον εντοπισμό, την προφύλαξη και την διεύρυνση του κοινού εδάφους. Η αποστολή του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν απέχει πολύ από το να τελειώσει και θα απαιτήσει στενή συνεργασία μεταξύ της Ουάσιγκτον και των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Ένας εποικοδομητικός ρόλος των ΗΠΑ στην διαμάχη της Ουκρανίας και μια κοινή πολιτική απέναντι στην Ρωσία εξακολουθούν να είναι σημαντικά πράγματα. Η Γερμανία θα πρέπει επίσης να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο σχετικά με την θέσπιση μιας πιο ισορροπημένης κατανομής των βαρών εντός του ΝΑΤΟ και του πιο αποτελεσματικού αμυντικού συντονισμού στο εσωτερικό της ΕΕ. Η διοίκηση Trump, η οποία έχει υποσχεθεί να ανατρέψει πολλές από τις περιβαλλοντικές δεσμεύσεις των προκατόχων της, θα πρέπει να πειστεί ότι η κλιματική αλλαγή [9] είναι μια πραγματικότητα και ότι τα μέτρα για την αντιμετώπισή της είναι περισσότερο επείγοντα από ποτέ. Και, τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γερμανία και η Ευρώπη γενικότερα, εξακολουθούν να έχουν πραγματικό συμφέρον σε μια τάξη που βασίζεται σε κανόνες και σε ισχυρούς διεθνείς οργανισμούς. Για να χρησιμοποιήσω μια από τις αγαπημένες φράσεις της Μέρκελ, υπάρχει πολλή δουλειά να γίνει.

Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2017-03-20/trump-a...

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2017-01-20/jackson...
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/eastern-europe-caucasus/germany-...
[3] https://www.foreignaffairs.com/reviews/2015-12-14/european-disunion
[4] https://www.foreignaffairs.com/tags/isis
[5] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2016-04-11/america...
[6] https://www.nytimes.com/2017/03/18/us/politics/donald-trump-angela-merke...
[7] http://www.faz.net/aktuell/politik/trumps-praesidentschaft/america-first...
[8] https://www.foreignaffairs.com/articles/europe/2010-03-09/what-read-euro...
[9] https://www.foreignaffairs.com/topics/climate-change

foreignaffairs.gr/articles/71205/poy-tha-pane-oi-inomenes-politeies-kai-i-germania-apo-ayto-to-si/o-tramp-kai-i-merkel-apogeionontai