Οι Τούρκοι ψηφοφόροι σε θολά νερά

Τούρκοι ψηφοφόροι

Πώς είναι το να αντιτάσσεται κανείς στις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις του Ερντογάν
Umar Farooq

Μια ξάστερη βραδιά στην περιοχή Μπεσίκτας της Κωνσταντινούπολης, μια ντουζίνα αστυνομικοί κοιτούσαν εκατοντάδες ανθρώπους που επιβιβάζονταν σε ένα φέρι-μποτ στον Βόσπορο. 

Οι επιβάτες θα παρακολουθούσαν μια εκδήλωση για την κινητοποίηση της υποστήριξης υπέρ την ψήφου «όχι» σε ένα συνταγματικό δημοψήφισμα που έχει προγραμματιστεί για τις 16 Απριλίου. Εξίσου επιφυλακτικοί λόγω της αστυνομίας και λόγω κάποιων τυχόντων σαμποτέρ υπέρ του «ναι», ένα ζευγάρι διοργανωτών χτυπούσε φιλικά την πλάτη κάθε επιβάτη πριν του επιτρέψει την είσοδο στο πλοίο.

«Δεν πρόκειται να είναι μια δίκαιη ψηφοφορία, γι’ αυτό πρέπει να δουλέψουμε σκληρά για να κάνουμε τους ανθρώπους να πιστέψουν ότι το ‘όχι’ μπορεί να κερδίσει», φώναξε ο Γιουσούφ Αλπ, ένας νεαρός αριστερός διοργανωτής, πάνω από τις επευφημίες των επιβατών καθώς το πλοίο απομακρύνθηκε μέσα στο λυκόφως. Οι διοργανωτές δεν μπορούσαν να αποκτήσουν άδεια από την τοπική κυβέρνηση να χρησιμοποιούν χώρο στην στεριά, οπότε έλαβαν την βοήθεια ενός φίλου ο οποίος είναι ιδιοκτήτης του σκάφους. Μετά από τρεις ώρες υμνολογιών, οι επιβάτες, με το ηθικό τους ψηλά, μάζεψαν τις κονκάρδες και τα αυτοκόλλητα που είχαν ένα απλό «όχι» πάνω τους, πριν πορευθούν προς τα σπίτια τους.

Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις από δύο από τις παλαιότερες δημοσκοπικές εταιρείες της Τουρκίας, την Metropoll και την A&G, έχουν δείξει ότι οι Τούρκοι είναι ομοιόμορφα κατανεμημένοι στην πορεία προς το δημοψήφισμα, με την διαφορά μεταξύ του αριθμού των ψηφοφόρων του φιλοκυβερνητικού «ναι» και του «όχι» να είναι λιγότερο από 5%. Το στρατόπεδο του «όχι» ελπίζει όχι μόνο να πείσει τους επί μακρού χρόνου επικριτές της κυβέρνησης να συμμετάσχουν στις τάξεις του, αλλά και να συνδεθεί με τους αναποφάσιστους που μερικές δημοσκοπήσεις τους έχουν δώσει ποσοστό μέχρι και 20%.

Εάν εγκριθούν οι τροπολογίες, θα είναι η κορυφαία πολιτική νίκη του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, καθιστώντας τον το πιο ισχυρό Τούρκο ηγέτη μετά τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Θα ανοίξουν τον δρόμο ώστε ο Ερντογάν να θέσει υποψηφιότητα για δύο επιπλέον πενταετείς θητείες όταν λήξει η τρέχουσα το 2019. Εν τω μεταξύ, θα καταργήσουν το γραφείο του πρωθυπουργού και θα δώσουν την ευθύνη για τον διορισμό του υπουργικού συμβουλίου στον πρόεδρο, ο οποίος δεν θα χρειαστεί έγκριση από το κοινοβούλιο για τους διορισμούς του. Ο πρόεδρος θα έχει επίσης την εξουσία να διαλύει μονομερώς το κοινοβούλιο, συνδέοντας ουσιαστικά τους βουλευτές με την πολιτική ατζέντα του.

Επιπλέον, οι τροπολογίες θα δώσουν στον πρόεδρο την εξουσία να νομοθετεί μονομερώς μέσω επίσημων διαταγμάτων, εφ’ όσον τα διατάγματα αυτά δεν παραβιάζουν τις ατομικές ελευθερίες που ήδη κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα. Το πρόβλημα είναι ότι με το νέο σύστημα, ο δικαστικός κλάδος, ο οποίος θα αποφασίζει σχετικά με την συνταγματικότητα των οποιωνδήποτε διαταγμάτων, θα είναι επίσης ουσιαστικά κάτω από τον έλεγχο του προέδρου, καθώς ο πρόεδρος θα ελέγχει τον διορισμό των δικαστών στα κορυφαία δικαστήρια της χώρας.

Αυτές οι αλλαγές έρχονται μετά από πολύ καιρό. Ο Ερντογάν, ο οποίος ηγήθηκε της χώρας ως πρωθυπουργός από το 2003 ως το 2014 και ως πρόεδρος από το 2014, έχει από καιρό πει ότι ένα νέο σύνταγμα που αντανακλά με ακρίβεια την «εθνική βούληση» είναι ο τελικός πολιτικός του στόχος. Υποστηρίζει ότι η πολιτική ισχύς πρέπει να συγκεντρώνεται σε έναν κλάδο για να ξεπεραστούν τα προβλήματα του «δυσλειτουργικού» κοινοβουλίου της Τουρκίας.

Αυτό είναι ένα επιχείρημα που πολλοί Τούρκοι βρίσκουν παράλογο -εκτός από μια περίοδο πέντε μηνών το 2015 που πυροδότησε νέες εκλογές, το ΑΚΡ (Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης) του Ερντογάν έχει απολαύσει μια πλειοψηφία στο κοινοβούλιο από το 2002. Και μετά την καταστολή των διαδηλωτών στο Πάρκο Gezi της Κωνσταντινούπολης το 2013, ο Ερντογάν απογύμνωσε ασύστολα εξουσίες από κάθε κλάδο της κυβέρνησης. «Είχα φίλους που σκοτώθηκαν στο Gezi», μου είπε η Nehir Sevim, μια αριστερή ακτιβίστρια που συμμετείχε στις διαδηλώσεις του 2013. «Από τότε, έχουμε σκοτωθεί από τρομοκράτες σε βομβιστικές επιθέσεις, και έχουμε φυλακιστεί. Η κυβέρνηση είναι μισή δικτατορία ήδη, αλλά το κάνουν παράνομα. Με αυτό το δημοψήφισμα, θα γίνει νόμιμα˙ θα γραφτεί στο ίδιο το Σύνταγμα».

Από την εποχή των διαδηλώσεων στο Gezi, το δικαστικό σύστημα της Τουρκίας έχει εκκαθαριστεί από χιλιάδες επικριτές του Ερντογάν. Ο θεσμός τώρα αντιμετωπίζει ουσιαστικά τις τακτικές ομιλίες του Ερντογάν που κατηγορεί ανηλεώς τους αντιπάλους του ως παραγγελίες για φυλάκιση σημαντικών δημοσιογράφων και διανοούμενων. Τον περασμένο Μάιο, ο Ερντογάν ανάγκασε σε παραίτηση τον προσεκτικό επικριτή του, τον πρωθυπουργό Αχμέτ Νταβούτογλου. Μετά από αυτό, ο Ερντογάν ξεκίνησε να προεδρεύει επί του υπουργικού συμβουλίου και των συνεδριάσεων της εθνικής ασφάλειας, παρότι το σύνταγμα προβλέπει σε μεγάλο βαθμό την προεδρία ως εθιμοτυπική. Από την πλευρά του, ο αντικαταστάτης του Νταβούτογλου, ο Μπινάλι Γιλντιρίμ, δήλωσε ότι η Τουρκία θα πρέπει να νομιμοποιήσει αυτό που είναι ήδη ένα de facto προεδρικό σύστημα.

Φυσικά, υπάρχουν κι εκείνοι που υποστηρίζουν τα συνταγματικά τεχνάσματα του Ερντογάν. Οι υποστηρικτές του επισημαίνουν την ταραχώδη δεκαετία του 1990, όταν μια σειρά από κυβερνήσεις συνασπισμού κατέρρευσαν, καταλήγοντας σε ένα στρατιωτικό πραξικόπημα το 1997, που ανέτρεψε το μητρικό κόμμα και τον μέντορα του ΑΚΡ, τον πρωθυπουργό Νετσμετίν Ερμπακάν. Ο σθεναρά κοσμικός στρατός της Τουρκίας κατηγόρησε τον Ερμπακάν ότι ήταν πάρα πολύ ισλαμιστής επειδή η κυβέρνηση συνασπισμού του πίεσε για μεταρρυθμίσεις που περιλάμβαναν την άρση των περιορισμών σχετικά με τις γυναίκες που φορούν μαντίλες στον δημόσιο τομέα. Μετά από εκείνο το πραξικόπημα, οι ισλαμιστές, συμπεριλαμβανομένου του Ερντογάν, φυλακίστηκαν και αποκλείστηκαν από την πολιτική, μόνο για να ανασυνταχθούν ως AKP και να κερδίσουν μια ολοκληρωτική πλειοψηφία το 2002. Μέχρι και το 2008, τα δικαστήρια προσπαθούσαν να απαγορεύσουν το ΑΚΡ κατηγορώντας το ότι οι πολιτικές του παραβιάζουν το κοσμικό σύνταγμα. Μόλις το 2013 οι νομοθέτες ήταν σε θέση να άρουν πλήρως την απαγόρευση της μαντίλας για τις υπαλλήλους του δημοσίου. Για τους υποστηρικτές του Ερντογάν, ο δικαστικός κλάδος εξακολουθεί να ελέγχεται από μια κοσμική ελίτ που δεν σέβεται το λαϊκό αίσθημα.

Ωστόσο, η πιθανότητα το δικαστικό σώμα να υπονομεύει το όραμα του Erdogan φαίνεται ανύπαρκτη, ακόμη και σε ισλαμιστές στα δεξιά του ΑΚΡ του Ερντογάν. «Είναι γελοίο», δήλωσε ο Temel Karamollaoglu, ο οποίος έχασε την κοινοβουλευτική έδρα του μετά το πραξικόπημα του 1997 και τώρα είναι επικεφαλής του κόμματος Saadet, ενός μικρού αλλά ισχυρού ισλαμικού κινήματος που εξακολουθεί να παραμένει προσκολλημένο στην ιδεολογία του Ερμπακάν. (Ο Ερμπακάν είχε γελοιοποιήσει τους Τούρκους που προσπαθούσαν να ενταχθούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο Ερντογάν, τουλάχιστον αρχικά, έκανε την ένταξη στην ΕΕ κεντρικό μέρος της πλατφόρμας του κόμματός του, αντλώντας εκατομμύρια ψήφους από μη-ισλαμιστές φιλελεύθερους). Τα στελέχη του ΑΚΡ, μου είπε ο Karamollaoglu, «είναι σε θέση να κάνουν ό, τι θέλουν˙ δεν υπάρχει κανένας λόγος για τις τροπολογίες αυτές».

Η αντίθεση του Karamollaoglu στις τροπολογίες έχει προσελκύσει την οργή των οπαδών του ΑΚΡ, οι οποίοι τον κατηγορούν ότι είναι πολύ κοντά στο κοσμικό Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP), το οποίο έχει αντιταχθεί στις τροπολογίες του Ερντογάν. «Δεν είναι συχνό το να συμφωνούμε με το CHP», λέει ο Karamollaoglu, «αλλά στην προκειμένη περίπτωση, είμαστε στην ίδια πλευρά. … Το σύνταγμα δεν είναι απλά ένας νόμος˙ είναι ένα κοινωνικό συμβόλαιο, και χρειάζεται κάτι περισσότερο από μια έγκριση της πλειοψηφίας».

Ο μόνος σύμμαχος του ΑΚΡ στο κοινοβούλιο, το συντηρητικό Κόμμα του Εθνικιστικού Κινήματος (MHP), επίσης παρουσιάζει ρωγμές υπό την πίεση του δημοψηφίσματος. Τον Ιανουάριο, λίγες ώρες αφότου ο επικεφαλής του κόμματος, Ντεβλέτ Μπαχτσελί, ανακοίνωσε ότι θα υποστηρίξει τις τροπολογίες, ο αναπληρωτής του, ο Atila Kaya, παραιτήθηκε. «Η πίστη μου στον εθνικισμό και η κατανόησή μου για τον τουρκικό εθνικισμό», ανακοίνωσε, «επιβάλλει στην συνείδησή μου να πω ‘όχι’ στην συνταγματική τροποποίηση». Ακολούθησε ένα κύμα αποστασιών μεταξύ των κορυφαίων κομματικών αξιωματούχων, συμπεριλαμβανομένων των επικεφαλής της υπερ-εθνικιστικής ομάδας του MHP, «Γκρίζοι Λύκοι». Ορισμένες εκτιμήσεις τοποθετούν το ήμισυ του εκλογικού σώματος του MHP στο στρατόπεδο του «όχι».

Αλλά εκείνοι που μιλούν ανοιχτά για τις συνταγματικές αλλαγές είναι αντιμέτωποι με μια χρηματοδοτούμενη από την κυβέρνηση εκστρατεία που τους έχει χαρακτηρίσει ως υπαρξιακή απειλή, όχι διαφορετική από το αυτονομιστικό Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK), το Ισλαμικό Κράτος (ISIS), ή εκείνους που κατηγορούνται για την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου. «Ποιος λέει όχι;», είπε ο Ερντογάν σε ένα πλήθος που ζητωκραύγαζε στην Άγκυρα τον Φεβρουάριο. «Το PKK λέει όχι. Ποιος λέει όχι; Όσοι θέλουν να διαιρέσουν και να κόψουν αυτή την χώρα, λένε όχι. Ποιος λέει όχι; Εκείνοι που αμφισβητούν την σημαία μας λένε όχι».

Όταν ήρθε η ώρα να ψηφιστεί το αν θα γίνει το δημοψήφισμα, οι βουλευτές του ΑΚΡ το έκαναν σημαντικό θέμα να δείξουν την αφοσίωσή τους προς τον Ερντογάν, κρατώντας τα ψηφοδέλτια για να τους τραβήξουν φωτογραφίες οι συνάδελφοί τους. Και τον περασμένο μήνα, η κυβέρνηση έχει συλλάβει πολλούς για μοίρασμα φυλλαδίων ή απλά επειδή φώναζαν συνθήματα ζητώντας από τους πολίτες να ψηφίσουν «όχι» στο δημοψήφισμα. Μέσα μαζικής ενημέρωσης έχουν αρνηθεί να δημοσιεύσουν συνεντεύξεις ή άρθρα από ανοιχτά αντιτιθέμενους, και παρουσιαστές εκπομπών έχουν απολυθεί επειδή εξέφρασαν τις απόψεις τους.

Μέσα από όλα αυτά, ο πρώην πρόεδρος, Αμπντουλάχ Γκιούλ, και ο πρώην πρωθυπουργός της Τουρκίας, Αχμέτ Νταβούτογλου, οι άνδρες που βοήθησαν να διαμορφωθεί το ΑΚΡ, ήταν εμφανώς απόντες από τις κομματικές εκδηλώσεις υπέρ του «ναι». Αμφότεροι ο Γκιουλ και ο Νταβούτογλου έχουν επικρίνει το μονομερές στυλ ηγεσίας του Ερντογάν, και υπάρχουν εικασίες, και ελπίδα, μεταξύ των συντηρητικών Τούρκων ότι το δίδυμο αυτό θα μπορούσε να σχηματίσει ένα νέο πολιτικό κόμμα.

Η Τουρκία είναι σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης μετά την απόπειρα πραξικοπήματος κατά της κυβέρνησης το περασμένο καλοκαίρι -κάτι που θα συνεχιστεί «μέχρι να ηρεμήσουν όλα είναι να επιστρέψουν σε τάξη», όπως είπε ο Ερντογάν. Προς το παρόν, η χώρα διοικείται με διατάγματα που εκδίδονται από την Άγκυρα. Εκατοντάδες χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι που κατηγορούνται για δεσμούς με τους πραξικοπηματίες ή με άλλες «τρομοκρατικές» ομάδες έχουν απολυθεί, τα διαβατήριά τους ακυρώθηκαν, και έχουν αποκλειστεί δια βίου από το να εργαστούν στον δημόσιο τομέα –μια τιμωρία που ένας συνταγματολόγος αποκαλεί «πολιτικό θάνατο». Και μαζί με τους στρατιώτες που πιάστηκαν με τα όπλα στα χέρια το βράδυ της 15ης Ιουλίου, χιλιάδες καθηγητές, ακαδημαϊκοί και δικαστές κατηγορούνται τώρα για τρομοκρατία. Τουλάχιστον 180 μέσα ενημέρωσης έχουν κλείσει και 150 δημοσιογράφοι φυλακίστηκαν για «προσβολή» του Ερντογάν ή για το ότι υποστηρίζουν «τρομοκρατικές» ομάδες μέσα από την δουλειά τους. Εκατοντάδες μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί έχουν κλείσει, με τις πόρτες τους να είναι τώρα σφραγισμένες με ένα έγγραφο με βουλοκέρι παρόμοιο με μια μεσαιωνική διαταγή από σουλτάνο.

Η ατμόσφαιρα θυμίζει στους συντηρητικούς το πραξικόπημα τον Φεβρουάριο του 1997, που προκάλεσε τις συλλήψεις χιλιάδων υποτιθέμενων ισλαμιστών λόγω του υπερβάλλοντα ζήλου του κοσμικού στρατού. «Σήμερα είμαστε ήδη υπό ένα πραξικόπημα διαφορετικού χρώματος», μου είπε η Huda Kaya, μια βουλευτής από το HDP η οποία ήταν εξέχουσα φυσιογνωμία στο κίνημα διαμαρτυρίας κατά της απαγόρευσης της μαντίλας πριν από δύο δεκαετίες. Η Kaya, μαζί με μια ντουζίνα άλλους βουλευτές του HDP, τώρα αντιμετωπίζει κατηγορίες για τρομοκρατία για ομιλίες της που οι εισαγγελείς λένε ότι υποστήριζαν το ΡΚΚ. Περισσότεροι από πέντε χιλιάδες εργαζόμενοι του HDP είναι υπό κράτηση, και η Άγκυρα έχει αντικαταστήσει 80 φιλοκουρδικές τοπικές διοικήσεις με γραφειοκρατικούς επιστάτες, μέρος μιας εκστρατείας που φαίνεται να στοχεύει στο ξερίζωμα της κουρδικής αντιπολίτευσης ενόψει του δημοψηφίσματος.

Ο Ερντογάν αποκάλεσε την εκστρατεία υπέρ του «όχι» ως «κακή» γιατί δήθεν επιδιώκει για να επιβάλει εκ νέου περιορισμούς, όπως οι νόμοι που κρατούσαν τις μαντηλοφορούσες εκτός εργασίας στον δημόσιο τομέα. Η μεγαλύτερη ομάδα της χώρας για τα δικαιώματα των ισλαμιστών γυναικών, KADEM, έχει κάνει κομβικό σημείο της εκστρατείας της υπέρ του «ναι» το φάντασμα μιας νέας απαγόρευσης της μαντίλας από ένα αντιδημοκρατικό δικαστικό σώμα. Για την Kaya, η οποία πέρασε έναν χρόνο στην εξορία μετά το πραξικόπημα του 1997 επειδή διαμαρτυρόταν για την απαγόρευση, αυτή η ρητορική είναι μια προφανής και μικροπρεπής απόπειρα εκμετάλλευσης του ρήγματος μεταξύ κοσμικών και συντηρητικών της Τουρκίας. «Το AKP θέλει να φοβίσει τους ανθρώπους να ψηφίσουν ‘ναι’, λέγοντάς τους ότι ένα άλλο [πραξικόπημα] σαν της 28ης Φεβρουαρίου θα μπορούσε να αναιρέσει τις μεταρρυθμίσεις τους», είπε. «Αλλά είναι μια διαφορετική Τουρκία σήμερα: Δεν είναι μόνο οι Κούρδοι που αγωνίζονται. Δεν είναι μόνο οι συντηρητικοί και οι θρησκευόμενοι -είναι όλα τα είδη των ανθρώπων που αντιτίθενται σε αυτό το σχέδιο».

Η συμμαχία των συντηρητικών και των εθνικιστών από την οποία εξαρτάται ο Ερντογάν από το 2002 φαίνεται να ραγίζει καθώς αντιμετωπίζει την κίνηση του Ερντογάν να κατοχυρώσει τις ήδη ευρείες εξουσίες του μέσα στο τουρκικό σύνταγμα. Αν του δοθεί μια ευκαιρία να το πετύχει, το στρατόπεδο του «όχι» θα μπορούσε να καταφέρει μια ήττα στον Ερντογάν στις 16 Απριλίου. Όμως ο Ερντογάν έχει κι άλλες επιλογές στο τραπέζι, συμπεριλαμβανομένης της καθυστέρησης του δημοψηφίσματος ή του να ζητήσει νέες εκλογές που θα μπορούσαν να δώσουν στο ΑΚΡ πλειοψηφία δύο τρίτων στο κοινοβούλιο, κάτι που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να τροποποιήσει το σύνταγμα χωρίς δημοψήφισμα. Ωστόσο, είτε κερδίσει είτε χάσει στις 16 Απριλίου, ο Ερντογάν είναι βέβαιο ότι θα συνεχίσει να προσπαθεί να πολώσει τους Τούρκους σε μια φαντασιακή μάχη για την ίδια την ύπαρξή τους.

Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

foreignaffairs.gr/articles/71189/umar-farooq/oi-toyrkoi-psifoforoi-se-thola-nera