Μπορεί η «συνταγματική μηχανική» να πετύχει μία ακόμη φορά τον κατευνασμό της Τουρκίας;

«Συνταγματική Μηχανική»

Απόδοση κειμένου-Επιμέλεια: Έλενα Λαμπρινάκου
ΥΠΟΒΑΘΡΟ: Στις 21 Ιανουαρίου, Τούρκοι νομοθέτες ενέκριναν δεκαοκτώ τροποποιήσεις στο Σύνταγμα της Τουρκίας, το οποίο χρονολογείται από το 1982. Εάν εγκριθούν και από το εκλογικό σώμα, τότε οι νομοθετικές εξουσίες του Κοινοβουλίου θα περιοριστούν σημαντικά, ενώ θα καταργηθεί η θέση του πρωθυπουργού και η εκτελεστική εξουσία θα συγκεντρωθεί στη προεδρία. 339 μέλη του κοινοβουλίου - από το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) και τον συνεργάτη του, το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (MHP) - ψήφισαν υπέρ. 

Οι συνταγματικές τροποποιήσεις θα τεθούν τώρα σε δημοψήφισμα, το οποίο θα πραγματοποιηθεί τον Απρίλιο.
Κρίνοντας από το συνδυαστικό εκλογικό βάρος του εθνικιστικού-συντηρητικού μπλοκ, πίσω από τις συνταγματικές τροποποιήσεις, η έκβαση του δημοψηφίσματος φαίνεται δεδομένη. Μαζί, το AKP και το MHP, αντιπροσωπεύουν πάνω από το 60% του εκλογικού σώματος. Στις τελευταίες γενικές εκλογές, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν τον Νοέμβριο του 2015, το ΑΚΡ έλαβε 49,5% και το ΜΗΡ 11,9% των ψήφων. Ωστόσο, σημαντικές αποστασίες μπορούν να αναμένονται από τις αντίστοιχες βάσεις των δύο συντηρητικών-εθνικιστικών κομμάτων, τα οποία βρίσκονται πίσω από το τροποποιημένο Σύνταγμα. Από τη μία πλευρά, το ΑΚΡ κινδυνεύει να αποξενώσει τη κουρδική του βάση με τη συμμαχία, που πραγματοποιεί, με το τουρκικό υπερ-εθνικιστικό MHP. Από την άλλη πλευρά, οι ψηφοφόροι του κοσμικού-εθνικιστικού, Κεμαλικού MHP, θα είναι απρόθυμοι να στηρίξουν τις τροποποιήσεις που συγκεντρώνουν όλη την εξουσία στα χέρια του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Ο ηγέτης του MHP, Ντεβλέτ Μπαχτσελί, ασκεί γοητεία στη βάση του κόμματός του, με το επιχείρημα ότι η εισαγωγή προεδρικού συστήματος είναι προς συμφέρον του κράτους και του λαού, και ότι ως εκ τούτου διακυβεύονται πολύ περισσότερα από το ζήτημα του Ερντογάν. Κυρίως, o Μπαχτσελί υποστηρίζει πως το νέο σύστημα εξασφαλίζει ότι οι κουρδικές φιλοδοξίες ελέγχονται από τον περιορισμό του κοινοβουλευτισμού.
Το επιχείρημα ότι στους Κούρδους, εφεξής, θα στερηθεί η δυνατότητα να προωθήσουν τα αιτήματά τους για τοπική αυτονομία – μιας και όλη η εκτελεστική εξουσία θα συγκεντρωθεί σε μια προεδρία, την οποία η κουρδική μειονότητα δεν μπορεί ποτέ να αναμένει ότι θα απασχολήσει, σε αντίθεση με το Κοινοβούλιο, όπου απέκτησε μια θέση για να ασκήσει ενδεχομένως σημαντική πολιτική δύναμη μετά τις γενικές εκλογές του Ιουνίου του 2015 - αποτελεί πράγματι μια θέση που θα έχει έντονη απήχηση στην πλειοψηφία του τουρκικού εκλογικού σώματος. Η τύχη του κράτους είναι κάτι που παραδοσιακά κινητοποιεί την Τουρκία, αλλά η συμμαχία ΑΚΡ-MHP θα πρέπει κατά πάσα πιθανότητα να επιτύχει την κινητοποίηση του κεμαλικού εκλογικού σώματος υπέρ των αναθεωρήσεων, προκειμένου να αντισταθμίσει την αποξένωση του κουρδικού εκλογικού σώματος. Και αυτό είναι απίθανο να πετύχει.
ΣΥΝΕΠΑΚΟΛΟΥΘΑ: Ιστορικά στην Τουρκία, υπάρχει σχέση μεταξύ της αύξησης των κινημάτων χειραφέτησης και της συνταγματικής μηχανικής, ανάμεσα στην δραστηριοποίηση των ταξικών και εθνοτικών συγκρούσεων και την επιβολή αυταρχικών συνταγματικών ρυθμίσεων, ώστε να αντιμετωπιστούν αυτές οι ταξικές ή εθνοτικές προκλήσεις προς την καθεστηκυία τάξη . Η πρόσφατη άνοδος του φιλοκουρδικού και αριστερού Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος (HDP) είναι με πολλούς τρόπους παράλληλη με την άνοδο της αριστεράς στη δεκαετία του 1960 και του 1970, αποτελώντας το έναυσμα για παρόμοιες αντιδράσεις: το σχηματισμό μιας εθνικιστικής-συντηρητικής συμμαχίας – της συμμαχίας AKP- MHΡ. Η συμμαχία θυμίζει το «Εθνικιστικό μέτωπο» των κυβερνήσεων της δεκαετίας του 1970 - και οι αυταρχικές συνταγματικές τροποποιήσεις το «συμφέρον του κράτους».
Στη δεκαετία του 1960 και του 1970, η τουρκική δεξιά έκρινε ότι το Σύνταγμα του 1961 ήταν πολύ φιλελεύθερο, ότι επέτρεπε την αριστερή δράση και παρείχε πολλά δικαιώματα στα συνδικάτα. Ήταν τότε που γεννήθηκε η ιδέα ενός προεδρικού συστήματος. Ο πρώτος, που πρότεινε την ιδέα ήταν ο ηγέτης της ακροδεξιάς, Αλπ-Αρσλάν Τουρκές, προκάτοχός του Ντεβλέτ Μπαχτσελί. Ο Τουρκές και άλλοι ήθελαν προεδρική, δικτατορική εξουσία, για να προστατεύσουν το κράτος από τον «κομμουνισμό».
Αυτές οι ευχές εν μέρει εισακούστηκαν, όταν ο στρατός ανέλαβε την εξουσία το 1980 και στη συνέχεια επέβαλε το παρόν, αυταρχικό Σύνταγμα. Παρά το γεγονός ότι δεν είχε επιβάλει ένα προεδρικό σύστημα, ήταν, ωστόσο, συγκεντρωτικό και κρατικό. Μετέφραζε τη φιλοδοξία του δικαιώματος για περιορισμό και έλεγχο των αριστερών και κουρδικών πολιτικών εκφράσεων και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Αύξανε, επίσης, κατά πολύ την εξουσία του κράτους πάνω στην κοινωνία. Το προεδρικό σύστημα, που προτείνεται τώρα, έχει την εγγενή λογική του πλήρους τερματισμού του τωρινού συντάγματος. Σε ό,τι δόθηκε ένας περιορισμένος χώρος το 1982, δηλαδή στον κοινοβουλευτισμό, αποβάλλεται τώρα στο σύνολό του.
Η ανάγκη να ενταθεί η κρατική εξουσία περαιτέρω, προέκυψε εν μέρει ως απάντηση στο γεγονός ότι όσα τέθηκαν σε εφαρμογή το 1982, έχουν αποδειχθεί αναποτελεσματικά στη προστασία της καθεστηκυίας τάξης από κάτωθεν αναταραχές. Και εν μέρει ως απάντηση στην διάσπαση του κράτους σε αντίπαλες και αντιμαχόμενες πλευρές, γεγονός που κορυφώθηκε με την απόπειρα πραξικοπήματος του περασμένου καλοκαιριού. Ο ηγέτης του MHP, Μπαχτσελί, έχει έτσι το επιχείρημα ότι η απόπειρα πραξικοπήματος έκανε επιτακτική την ανάγκη στήριξης της κρατικής εξουσίας.
Ο Πέρι Άντερσον, ένας Βρετανός μαρξιστής ιστορικός, παρατήρησε ότι «η Τουρκία θα μπορούσε να γίνει μια δημοκρατία πολύ νωρίτερα από ό,τι η Ισπανία, μια πιο προηγμένη κοινωνία -πόσο μάλλον από άλλες χώρες, οικονομικά και κοινωνικά υπανάπτυκτες τη δεκαετία του 1950- επειδή δεν υπήρχε συγκριτικά μια εκρηκτική ταξική σύγκρουση να περισταλεί, δεν υπήρχε ριζοσπαστική πολιτική να συνθλιβεί. Οι περισσότεροι αγρότες ήταν ιδιοκτήτες γης˙ οι εργαζόμενοι ήταν λίγοι˙ οι διανοούμενοι στο περιθώριο˙ ένας αριστερισμός μετά βίας υπολογίσιμος. Σε αυτές τις συνθήκες, υπήρχε περιορισμένος κίνδυνος τυχόν κάτωθεν ανατροπών. Οι ελίτ μπορούσαν να τακτοποιήσουν τις -μεταξύ τους- υποθέσεις χωρίς το φόβο απελευθέρωσης δυνάμεων που δεν θα μπορούσαν να ελέγχθούν». Αλλά, όπως σημειώνει ο Anderson, «ο βαθμός της ασφάλειας δεν θα διαρκούσε». Ό,τι ήταν απόν το 1950, όταν η Τουρκία έγινε πολυκομματική δημοκρατία (το ταξικό χάσμα), θα ερχόταν στην επιφάνεια τη δεκαετία του 1960 με την εμφάνιση μιας εργατικής τάξης, διαμαρτυρόμενης για την απολυταρχική διακυβέρνηση από τους συντηρητικούς και την άκρα δεξιά˙ και τα εθνοτικά χάσματα, που υπήρχαν, και τα οποία καλύφθηκαν, θα άρχιζαν να απειλούν την καθεστηκυία τάξη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και μετά.
Παραφράζοντας τον Άντερσον, η Τουρκία ήταν σε θέση να επιστρέψει στη δημοκρατική διακυβέρνηση λίγα χρόνια μετά το πραξικόπημα του 1980, διότι η ταξική σύγκρουση που είχε ξεσπάσει το 1960 και το 1970 περιορίστηκε με επιτυχία. Η καταπίεση της αριστεράς, από τη στρατιωτική χούντα, δημιούργησε ένα κενό, που γέμισε με τον ισλαμισμό και ο οποίος σκόπιμα ενθαρρύνθηκε από έναν στρατό που κατέφυγε στην οργανική χρήση της θρησκείας για τη διατήρηση της κοινωνικής τάξης. Και σε περίπτωση απουσίας της αριστεράς, τα αιτήματα των λαϊκών τάξεων διοχετεύονταν, πρώτα στο ισλαμικό Κόμμα Ευημερίας και αργότερα στο ΑΚΡ. Ο Τζιχάν Τουάλ, Τούρκος ακαδημαϊκός, χρησιμοποίησε τον όρο «παθητική επανάσταση», για να περιγράψει πώς η δημοφιλής πρόκληση για τον καπιταλισμό απορροφήθηκε και εξουδετερώθηκε από τον ισλαμισμό.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η δημοκρατία -έστω και στην πιο ελαττωματική της μορφή- δεν έπρεπε να έχει ανασταλεί, όπως το 1980, παρόλο που οι ισλαμιστές ήταν «εξημερωμένοι» από τους φύλακες της κρατικής τάξης, οι οποίοι παρενέβησαν το 1997 και εξανάγκασαν σε παραίτηση την πρώτη ισλαμική κυβέρνηση της Τουρκίας. Ωστόσο, το γεγονός, ότι οι ισλαμιστές είχαν αντικαταστήσει τους αριστερούς, ως τη φωνή του λαού, συνέβαλε στη διατήρηση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, ως «παθητικής επανάστασης», την οποία διενήργησαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 και του 1990. Παράλληλα, εξασφάλισε ότι οι λαϊκές τάξεις, οι εργαζόμενοι και οι αγρότες, δεν θα αμφισβητούσαν την καθεστηκυία τάξη, όπως είχαν κάνει τη δεκαετία του 1970, οπότε είχαν συσπειρωθεί στην σοσιαλδημοκρατική αριστερά.
Ωστόσο, o ισλαμικός συντηρητισμός έχει αποδειχθεί να είναι πολύ λιγότερο επιτυχής στον περιορισμό της εθνοτικής σύγκρουσης. Αυτός είναι τελικά ο λόγος, για τον οποίο έχει γίνει επιτακτική -από μια κρατικά-επικεντρωμένη οπτική- η αναστολή του κοινοβουλευτισμού. Παραφράζοντας και πάλι τον Πέρι Άντερσον, η Τουρκία δεν μπορεί να παραμείνει μια κοινοβουλευτική δημοκρατία, διότι υπάρχει μια εκρηκτική εθνοτική σύγκρουση, που πρέπει να περισταλεί. Δεδομένου ότι, οριακά το 10% του κοινοβουλίου δεν αποτελεί πλέον εγγύηση για τη διατήρηση των κουρδικών κομμάτων εκτός κοινοβουλίου, το μόνο μέσο που άφησε για τους αυτoανακηρυγμένους θεματοφύλακες της τάξης, όπως ο ηγέτης του MHP, Μπαχτσελί, είναι η αντικατάσταση της κοινοβουλευτικής διακυβέρνησης με αυτήν της προεδρικής.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Στην Τουρκία, κινήσεις για την τροποποίηση του Συντάγματος, που θεωρούνται υπερβολικά φιλελεύθερες και εντείνουν την κρατική εξουσία, έχουν πάντoτε συμπέσει με την άνοδο των κινημάτων χειραφέτησης, είτε αυτά είναι κοινωνικά είτε εθνικά. Στη δεκαετία του 1960 και του 1970, η άνοδος της σοσιαλδημοκρατίας οδήγησε την δεξιά να ζητήσει συνταγματικές τροποποιήσεις για την προστασία του κράτους από μια «αριστερή ανατροπή». Σήμερα, η συντηρητική-εθνικιστική συμμαχία του AKP με το MHP επιδιώκει με τον ίδιο τρόπο να εμποδίσει την πολιτική επιρροή του κουρδικού πολιτικού κινήματος, το οποίο στις εκλογές του Ιουνίου του 2015 κατέδειξε τη δυνατότητά ανατροπής της κρατούσας τάξης.
Ωστόσο, αυτή τη φορά, η συνταγματική μηχανική μπορεί να αποδειχθεί ανεπαρκής για την προστασία του κράτους. Στην πραγματικότητα, ποτέ δεν ήταν αρκετή από μόνη της. Η συγκέντρωση της εξουσίας στο κράτος με το Σύνταγμα του 1982 είχε, επίσης, ιδεολογική βάση: προκειμένου να περιορίσει και να εκτονώσει την ταξική σύγκρουση που είχε απειλήσει τη τάξη, το τουρκικό κράτος όχι μόνο κατέπνιξε, αλλά έκανε χρήση μιας ιδεολογίας, του ισλαμικό συντηρητισμού, ο οποίος βοήθησε τον κατευνασμό των λαϊκών τάξεων.
Το προεδρικό σύστημα, που προτείνεται τώρα, μπορεί να είναι φαινομενικά δυνατό, αλλά θα είχε έλλειψη της ιδεολογικής υποστήριξης, που απαιτείται για να κατευνάσει παρομοίως και να παράξει τη συναίνεση εκείνων, των οποίων τις αξιώσεις έχει ως απώτερο στόχο να εξουδετερώσει. Πράγματι, ο συντηρητικός εθνικισμός της συμμαχίας ΑΚΡ-MHP θα μπορούσε είναι κατώτερος των προσδοκιών του, όσον αφορά την κινητοποίηση της πλειοψηφίας υπέρ των συνταγματικών τροποποιήσεων. Μπορεί να ισχύει ότι η Τουρκία δεν μπορεί να γίνει ούτε δημοκρατία ούτε να θέσει σε εφαρμογή μια σταθερή αυταρχική διακυβέρνηση λόγω των εθνοτικών ρωγμών του.
Πηγή: https://www.turkeyanalyst.org/publications/turkey-analyst-articles/item/573-can-constitutional-engineering-once-again-succeed-in-pacifying-turkey?.html