Μέτωπα ελληνοτουρκικής εμπλοκής

Έκδοση Τούρκων στρατιωτικών

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
Για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο

 

«ΕΙΜΑΣΤΕ ενώπιον μιας νέας φάσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων»

Η Ελλάδα αρνήθηκε στην Τουρκία την έκδοση των Τούρκων στρατιωτικών που ζήτησαν πολιτικό άσυλο από το ελληνικό κράτος, μετά την απόπειρα πραξικοπήματος που έλαβε χώραν τον περασμένο Ιούλιο στην Άγκυρα. Αυτό αποτέλεσε μια αφετηρία έκρηξης οργής της γείτονος, η οποία αιφνιδιάστηκε από την απόφαση της ελληνικής δικαιοσύνης να αρνηθεί την έκδοση των Τούρκων στρατιωτικών. 

Η δικαστική εξουσία στην Ελλάδα θεώρησε -και ορθώς- πως εφόσον επιστρέψουν στην Τουρκία θα κινδυνεύσει η ζωή τους ή, στην καλύτερη περίπτωση, δεν θα τύχουν μιας πολιτισμένης αντιμετώπισης, αλλά θα υποστούν πιθανότατα μια βάναυση μεταχείριση.

Η Τουρκία δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί τη λειτουργία του ελληνικού κράτους, που είναι ενταγμένο σε προδιαγραφές ευρωπαϊκού πολιτικού πολιτισμού, είναι δηλαδή κράτος δικαίου. Αυτό σημαίνει πως η δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη Αρχή και εξουσία, και λειτουργεί χωρίς την παρέμβαση ή την καθοδήγηση οποιασδήποτε άλλης πολιτειακής Αρχής ή και σκοπιμότητας. Η κυβέρνηση δηλαδή δεν είναι σε θέση να καθοδηγήσει σε κανένα επίπεδο τη δικαιοσύνη και να της υπαγορεύσει αποφάσεις, οι οποίες είναι ενταγμένες σε πολιτικές επιλογές, όπως συμβαίνει σε καθεστώτα που δεν υπακούουν στο κράτος δικαίου, κάτι που συμβαίνει διαχρονικά στο τουρκικό κράτος.

Η Αθήνα λειτούργησε όπως οφείλει ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος και το έκανε ανεξαρτήτως τού εάν οι αιτούμενοι άσυλο διέπραξαν ή όχι οποιοδήποτε ποινικό ή άλλο αδίκημα, όντας φυγόδικοι από τη χώρα τους. Εκείνο που πρυτάνευσε στην κρίση της ελληνικής δικαιοσύνης ήταν το αδιαμφισβήτητο γεγονός που μαρτυρεί την αδυναμία του τουρκικού κράτους να εγγυηθεί στους διωκόμενους αξιωματικούς συνθήκες δίκαιης δίκης.

Αναμένοντας την αντίδραση

Επομένως, εκείνο που πρέπει να αναμένεται, όπως ήδη συμβαίνει, είναι η εντατικοποίηση της τουρκικής αντίδρασης έναντι της Ελλάδος, αρχής γενομένης από την αύξηση και την ενδυνάμωση των παραβιάσεων εις βάρος του ελλαδικού χώρου, κυρίως αυτού που αναφέρεται στον θαλάσσιο και τον εναέριο εκ πρώτης όψεως. Είμαστε υποχρεωμένοι να αναμένουμε ακόμη και πρόκληση επεισοδίου, που θα έχουν ως αφορμή τους την τουρκική ενόχληση, εξαιτίας ακριβώς της ελληνικής στάσης, πράγμα που έχει ως εξήγησή του δύο αφετηριακές τουρκικές προβολές.

Η πρώτη είναι ότι η Τουρκία θεωρεί πως η Ελλάδα παραδοσιακά δεν αντιδρούσε αρνητικά σε τουρκικές διεκδικήσεις αυτού του είδους, θεωρώντας ότι η ειρηνική σχέση και συμβίωση με το τουρκικό κράτος επιβάλλει αυτού του επιπέδου τακτικές υποχωρήσεις. Ιδιαιτέρως αυτή την περίοδο η Αθήνα θα ανέμενε τουρκικές παραχωρήσεις στο Κυπριακό, που βρίσκεται σε διαπραγμάτευση. Δεύτερο, η Άγκυρα ελέγχει τη ροή των προσφύγων προς την Ελλάδα και την Ευρώπη, πράγμα που επιβάλλει την καλή σχέση με την Τουρκία σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μη δημιουργείται ένταση, που θα οδηγούσε την τουρκική ηγεσία σε μη έλεγχο της ροής των προσφύγων. Αυτό θα σήμαινε πως η συμφωνία επανεισδοχής Τουρκίας-Ευρώπης-Ελλάδος θα οδηγείτο σε ακύρωση.

Προσφυγικό και Κυπριακό

Η Τουρκία δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί τη λειτουργία του κράτους δικαίου στην Ελλάδα, πράγμα που φέρνει τις δύο χώρες σε συνθήκες έντασης. Είμαστε δηλαδή ενώπιον μιας νέας φάσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων, κατά την οποία οι επιπτώσεις της έντασης που αναμένεται να υπάρξει, εξαιτίας του προσφυγικού ζητήματος, θα αγγίξουν πιθανότατα και το Κυπριακό, το οποίο βρίσκεται σε μια κρίσιμη περίοδο διαπραγμάτευσης για την επίλυσή του, στο οποίο οι υποχωρήσεις της Άγκυρας είναι απαραίτητες για να υπάρξει στοιχειώδης ελπίδα διευθέτησης.

Ο υπογράφων αυτό το άρθρο δεν θεωρεί πως η Άγκυρα είχε ποτέ την πολιτική βούληση να κάνει σοβαρές υποχωρήσεις για το Κυπριακό και αποτελεί εδραία πεποίθησή του πως, εάν η Τουρκία δεν υποστεί σοβαρό κόστος για την παρουσία και τις διεκδικήσεις της εις βάρος της Κύπρου, δεν πρόκειται να προβεί σε οποιεσδήποτε ουσιαστικές υποχωρήσεις. Η κυπριακή πολιτική ηγεσία θα έπρεπε να μην τρέφει ψευδαισθήσεις ότι η Άγκυρα θα μπορούσε να κάνει παραχωρήσεις στο Κυπριακό. Ένα κράτος, όπως η Τουρκία, που δεν αντιλαμβάνεται την ανεξαρτησία των δομών εξουσίας σε ένα σύγχρονο πολιτικό σύστημα, πώς είναι δυνατόν να αντιληφθεί την αναγκαιότητα ενός ευρωπαϊκού και δημοκρατικού κράτους, ή να σεβαστεί την εδαφική ακεραιότητα και τις διεθνείς συνθήκες έναντι της Ελλάδος και της Κύπρου.

Επεκτατισμός και εσωτερική καταπίεση

Η Τουρκία, εξάλλου, αποτελεί μία παραδοσιακά επεκτατική δύναμη, που σημαίνει πως πέραν της εσωτερικής καταπίεσης των λαών και μειονοτήτων που ζουν στην επικράτειά της, έχει τη στρατηγική της επέκτασης και της μετατροπής της σε ηγεμονικό σταθεροποιητή σε ολόκληρη την περιοχή της Μεσογείου και της Εγγύς και Μέσης Ανατολής, έτσι ώστε να καταστεί μια σύγχρονη αυτοκρατορική τουρκική υπερδύναμη. Στον σχεδιασμό της αυτό, ο μεγαλύτερος και πλέον δύσκολος αντίπαλος είναι η παραδοσιακή δύναμη που την αποκρούει, δηλαδή ο Ελληνισμός. Η ικανότητα του Ελληνισμού, Ελλάδας και Κύπρου, να αντιμετωπίζουν με αποτελεσματικότητα τον τουρκικό επεκτατισμό, συνιστά όρο επιβίωσης και των δύο ελληνικών κρατών.