Τα Παράδοξα των Διεθνών Σχέσεων

Λεωνίδας Γοντζές - Επικεφαλής Τμήματος Διεθνών Σχέσεων New York College Educational Group Αλέξανδρος-Κωνσταντίνος Χοτς - Πολιτικός Αναλυτής και Εκπαιδευτικός
Πολλές φορές, οι διεθνείς σχέσεις δημιουργούν την αίσθηση του παραδόξου, ενώ δεν είναι πάντοτε ξεκάθαρη η αλληλουχία των γεγονότων και πολύ περισσότερο το ποιος βγαίνει κερδισμένος έχοντας αποκομίσει την μερίδα του λέοντος από την λεγόμενη «πίτα». Το άρθρο αυτό, επιχειρεί να ακολουθήσει τα γεγονότα των τελευταίων δεκαετιών στη Μέση Ανατολή, και να καταδείξει τις παράδοξες συνέπειες των επεμβάσεων τρίτων δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή.

Τον Απρίλιο του 2003, οι Η.Π.Α., κατά την πρώτη διακυβέρνηση Μπους του Νεωτέρου, άρχισαν να διεξάγουν στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Σαντάμ Χουσσέϊν, η οποία θα κατέληγε στην πτώση του Ιρακινού καθεστώτος έπειτα από 24 χρόνια εξουσίας. Οι λόγοι που κίνησαν την εκστρατεία αυτή ήταν πολλοί: ενίοτε είχαν να κάνουν με την ανάγκη αφοπλισμού του καθεστώτος από πυρηνικά και βιοχημικά όπλα, τα λεγόμενα «όπλα μαζικής καταστροφής» – τα οποία εν τέλει δεν βρέθηκαν ποτέ – και ενίοτε με τον συνεχιζόμενο «Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας» που άρχισε στο Αφγανιστάν, στον απόηχο των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001.
Η ελπίδα ήταν ότι το Ιράκ θα μπορούσε να μεταμορφωθεί σε κράτος-πρότυπο στη Μέση Ανατολή, αποτελώντας ένα δημοκρατικό, πλουραλιστικό-πολυεθνικό κράτος διαφορετικών θρησκειών και εθνοτήτων, και πως ένας φιλοδυτικός προσανατολισμός του νέου καθεστώτος θα μπορούσε να αποτελέσει υπόβαθρο για τις μελλοντικές εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή. Το νέο Ιράκ θα αναγνώριζε την συνδρομή και βοήθεια της Δύσης, και συγκεκριμένα των Η.Π.Α., και θα μετεξελισσόταν σε ένα κράτος, πιθανώς όπως ο Λίβανος, το οποίο ναι μεν θα ευρίσκεται υπό τον συνεχή κίνδυνο ανάφλεξης, όμως οι κάτοικοί του, κυρίως λόγω των προηγουμένων εμπειριών τους, θα επέλεγαν την ειρηνική συνύπαρξη με τις άλλες θρησκευτικές σέχτες και εθνότητες, έναντι της σύρραξης.
Η επιλογή της στρατιωτικής λύσης είχε επίσης να κάνει και με το ότι τελικώς εισακούστηκαν τόσο οι προτροπές των Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών νέο-συντηρητικών, των λεγόμενων «γερακιών» της Αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής (συμπεριλαμβανομένης και της τότε γερουσιαστού Χίλαρι Κλίντον), όσο και οι προτροπές συγκεκριμένων ανθρώπων με επιρροή, ανάμεσά τους ο Βενιαμίν Νετανιάχου, (πρώην πρωθυπουργός του Ισραήλ τότε) με τον λόγο του στο Κογκρέσο τον Σεπτέμβριο του 2002, καθώς επίσης και ο Ιρακινός εξόριστος Άχμεντ Χαλαμπί ο οποίος κατάφερε να πείσει την Αμερικανική ηγεσία ότι ήταν ένας από τους πλέον κατάλληλους ανθρώπους να αναλάβει τα ηνία της χώρας την επομένη ημέρα της πτώσης του καθεστώτος λόγω του ότι, όπως ο ίδιος ισχυριζόταν, τύγχανε μεγάλης αποδοχής του Ιρακινού λαού. Εν ολίγοις, το εχθρικό προς την Δύση και τους συμμάχους της (βλ.: Ισραήλ, Σαουδική Αραβία , Κουβέιτ κ.α.) Ιράκ θα αντικαθίστατο από ένα φιλικά προσκείμενο πυλώνα σταθερότητας στη Μέση Ανατολή.

Ιράκ: (Ακόμη) Ένα Αποτυχημένο Πείραμα
Τα πρώτα αποτελέσματα δεν άργησαν να φανούν μετά από μια σχετικά σύντομη στρατιωτική επέμβαση (20 Μαρ. 2003 – 1 Μαΐου 2003). Το καθεστώς πράγματι κατέρρευσε, ο Σαντάμ τελικώς συνελήφθη και εξετελέσθη, πολιτικά κόμματα όπως το εκτός νόμου Ιρακινό Κουρδικό Κόμμα (Ι.Κ.Κ.) επανήλθαν μετά από χρόνια στην παρανομία (η πρώτη εφημερίδα που δημοσιεύτηκε στην μετά-Σανταμική εποχή ήταν αυτή του Ι.Κ.Κ.), και οι Σιίτες κληρικοί που βρίσκονταν εξόριστοι στο γειτονικό Ιράν επέστρεψαν.
Οι δημοκρατικές εκλογές, τα αποτελέσματα των οποίων άργησαν μήνες να δημοσιοποιηθούν, δεν έφεραν τα επιθυμητά αποτελέσματα, καθώς η αριθμητική υπεροχή των Σιιτών (περίπου 65%) τους έδωσε δικαίωμα στην εξουσία, ακόμη και εν αντιθέσει με το νέο σύνταγμα που επέβαλε την ποσόστωση, κατά το πρότυπο του Λιβάνου. Ο αποκλεισμός όμως των μελών του πρώην κυβερνώντος κόμματος Μπάαθ και η περιθωριοποίηση των Αράβων Σουνιτών, σε συνδυασμό με τις αυτονομιστικές τάσεις των Κουρδικών πληθυσμών στο βόρειο μέρος του Ιράκ βάσει του δικαιώματός τους στην αυτοδιάθεση των λαών, συνετέλεσαν στην de facto τριχοτόμηση της εδαφικής ακεραιότητα του Ιράκ, κάτι που η Ουάσινγκτον ουδέποτε στήριξε ή ανεγνώρισε.
Ως αποτέλεσμα, οι νέοι κυβερνώντες στο Ιράκ βρέθηκαν να έχουν ακόμη πιο δύσκολο – έως αδύνατο – έργο ανοικοδόμησης μιας μεταπολεμικής χώρας με επίκεντρο την Βαγδάτη, την στιγμή που λύση θα μπορούσε κάλλιστα να δοθεί από τη διάσπαση του κράτους και τη δημιουργία τριών ανεξάρτητων και κυρίαρχων κρατών. Η επιρροή της γειτονικής Τεχεράνης στην Βαγδάτη ήταν άλλο ένα πλήγμα για τις Η.Π.Α., όπως και η εισροή στο Ιράκ ακραίων ισλαμιστών (απόντες επί των ημερών Σαντάμ), οι οποίοι θα δημιουργούσαν σε βάθος χρόνου, και με την υποστήριξη πολλών Σουνιτικών φυλών/φυλάρχων και παλαιών μελών του εκτός νόμου – τώρα – κόμματος Μπάαθ, σοβαρά προβλήματα για την κατ κόρον Σιιτική κυβέρνηση της Βαγδάτης, θέτοντας τα θεμέλια για την ίδρυση και εξάπλωση του Ισλαμικού Κράτους.
Πάνω από μια δεκαετία αργότερα, οι συρράξεις – εμφύλιες και μη – συνεχίζονται, με τις κυβερνήσεις στη Βαγδάτη να μην έχουν έως τώρα τον έλεγχο ολόκληρης της επικράτειας του Ιράκ. Την ίδια στιγμή, το Ιράκ αποδεικνύεται να μην είναι το δημοκρατικό, πλουραλιστικό, φιλοδυτικό κράτος-πρότυπο στο οποίο ήλπιζαν οι «σύμμαχοι» το 2003. Αντί αυτού, φαίνεται να ταυτίζει τις πολιτικές του προθέσεις με αυτές του Ιράν και της Συρίας, ενώ μεγάλο μέρος των εδαφών τελεί υπό τον έλεγχο του ακραίου Σουνιτικού Ισλαμικού Κράτους με καταστροφικές συνέπειες για μειονότητες και αρχαιότητες, και με την ικανότητα να διεισδύει, αποσταθεροποιητικά, σε χώρες όπως η Συρία και η Λιβύη, αλλά και να φέρει, επιτυχώς, τρομοκρατικά χτυπήματα εναντίον Δυτικών στόχων.

Ιράν: Η Αναπάντεχη Γεωπολιτική Αναβάθμιση
Γυρίζοντας το βλέμμα λίγο πιο ανατολικά, βρίσκουμε μιαν άλλη ιστορική εξέλιξη. Κατά την δεκαετία του 2000, το Ιράν παρέμεινε ανέπαφο και είδε να ξεπερνιούνται και οι πιο απίθανες προσδοκίες του. Ενώ γλίτωσε την εισβολή (και ας είχε συμπεριληφθεί στη λίστα των χωρών που συγκροτούσαν τον «Άξονα του Κακού» («Axis of Evil») μαζί με το Ιράκ και τη Β. Κορέα), με νωπές ακόμη τις πληγές και τις μνήμες από τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ της δεκαετίας του 1980, και με μία μακρά αντιπαλότητα μεταξύ των δύο γειτονικών κρατών, είδε την Δύση να ανατρέπει τον κύριο αντίπαλό της, τον Σαντάμ Χουσσέϊν.
Χωρίς να το επιδιώξει ενεργά, η Τεχεράνη πέτυχε το ακατόρθωτο: την εγκαθίδρυση ενός Σιιτικού τόξου από το Ιράν και τον Περσικό Κόλπο έως τις ελεγχόμενες από την Χεζμπολάχ περιοχές του Λιβάνου και την Μεσόγειο Θάλασσα, μέσω της Σιιτικής Βαγδάτης και της Δαμασκού των Αλεβιτών. Αυτό θορύβησε την Δύση, το Ισραήλ, και τον Σουνιτικό κόσμο, καθώς η Τεχεράνη πλέον βρέθηκε να έχει σημαντικά αναβαθμισμένο γεωπολιτικό ρόλο στη ευρύτερη περιοχή.
Ενώ αυτές οι εξελίξεις ήταν θετικές για την Τεχεράνη σε εσωτερικό επίπεδο, ταυτόχρονα αναβαθμίστηκε στη Δύση η αντίληψη ότι το Ιράν αποτελεί κίνδυνο για την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή, και συνεπώς άρχισε να παρουσιάζεται, για άλλη μια φορά, ως χώρα επιθετική, με επεκτατικές βλέψεις, που χρειάζονται μια άμεση και αποτελεσματική επέμβαση από τη διεθνή κοινότητα. Το κλίμα που δημιουργήθηκε σίγουρα υπήρξε αρκετά ανησυχητικό για τους κυβερνώντες μιας χώρας που αποτελούσε από καιρό στόχο, ιδίως όταν δυο από τις γείτονες χώρες – μια ανατολικά και η άλλη δυτικά – έχουν δεχθεί εισβολές από συμμαχίες δυτικών χωρών μέσα στα τελευταία χρόνια.

Συρία: Ένας «Πιο Εύκολος» Στόχος
Νέα εμπλοκή δε θα μπορούσε να υπάρξει στο Λίβανο, λόγω της ευαίσθητης ισορροπίας στην εν λόγω χώρα, αλλά ούτε και στο Ιράκ, λόγω της αδυναμίας και συνεχιζόμενης προσπάθειας ανασυγκρότησης του κράτους καθώς επίσης και των συχνών τις τελευταίες δεκαετίες στρατιωτικές επεμβάσεις στην χώρα. Η εξάπλωση των δυνάμεων του Ισλαμικού Κράτους στην περιοχή έμελλε να είναι ο καταλύτης των εξελίξεων, καθώς οι Τουρκικές βάσεις (ειδικά οι αεροπορικές βάσεις Ιντσιρλίκ και Ντιγιαρμπακίρ) ήταν απαραίτητες ώστε να υπάρξουν σταθμοί ανεφοδιασμού για επιθέσεις δυτικών χωρών κατά του Ισλαμικού Κράτους. Η Τουρκία ουδέποτε έκρυψε την επιθυμία της να βοηθήσει την Δύση στην ανατροπή του Σύριου Προέδρου Μπασάρ αλ Ασάντ. Ως εκ τούτου, όταν οι επιλογές στόχου ήταν μεταξύ Δαμασκού και Τεχεράνης, το Ιράν θεωρήθηκε ο πιο δύσκολος από τους δύο πιθανούς στόχους. Ούτως ή άλλως, ήταν πιο σημαντικό να καταβληθεί κάποιο πολιτικό αντίτιμο για την χρήση Τουρκικών βάσεων, και το Ιράν επίσης τυγχάνει να βρίσκεται γεωγραφικά παρακείμενο στο Αφγανιστάν, και με έντονη αντιπαλότητα με (και προς) τους Ταλιμπάν. Το Ιράν, συνεπώς δεν αποτέλεσε προτεραιότητα, ειδικά μετά την εκλογή στη προεδρία του – μετριοπαθέστερου προς τη Δύση – μεταρρυθμιστή Χασάν Ρουχάνι το 2013.
Συνεπώς, αποφασίστηκε η προώθηση της προσπάθειας ανατροπής του Σύριου Προέδρου Μπασάρ αλ Ασάντ, ως «ευκολότερου» στόχου, δικαιολογώντας την επικείμενη εμπλοκή μιας συμμαχίας δυτικών χωρών στη Συρία. Έτσι, δίνεται η δυνατότητα στους συμμάχους να επικαλεσθούν ως πρόσχημα τις ενέργειες του Ασάντ κατά του λαού του και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά μετά τις βίαιες ενέργειες Συριακών δυνάμεων στην καταστολή αντικαθεστωτικών και κάθε μορφής διαμαρτυρία. Και όλα αυτά, αφού η τέως Υπουργός Εξωτερικών και νυν υποψήφια για το χρίσμα του Δημοκρατικού κόμματος για την προεδρία των Η.Π.Α., Χίλαρι Κλίντον, είχε διαβεβαιώσει ότι ο Ασάντ είναι «μεταρρυθμιστής», και ότι πρόκειται να εισακούσει το κάλεσμα του λαού του για αλλαγές στον τρόπο διακυβέρνησης της χώρας.
Η απόφαση αυτή είχε ως αποτέλεσμα την αντίδραση της Τεχεράνης που βρέθηκε να στηρίζει τους Χούθι της Υεμένης έναντι των αντιπάλων τους υποστηριζόμενους από την Σαουδική Αραβία, καθώς επίσης και την άφιξη της Ρωσίας στην Συρία (Σεπ.-Οκτ. 2015) προς ενίσχυση του καθεστώτος Ασάντ που και εκείνη με την σειρά της είδε τον ρόλο της αναβαθμισμένο, κάτι το οποίο σίγουρα δεν ήταν στα σχέδια των δυνάμεων που προσδοκούν αλλαγή καθεστώτος στην Συρία.

Τουρκία: Ο Μεγάλος Κερδισμένος
Τα γεγονότα που έχουν συνδράμει ώστε να διαμορφωθεί στη Μέση Ανατολή το υπάρχον πλαίσιο, έχουν ανακηρύξει νικητές και ηττημένους οι οποίοι όμως εναλλάσσονται καθώς αλλάζουν οι συσχετισμοί σε διπλωματικό επίπεδο και στα πεδία των μαχών. Υπάρχουν όμως κράτη τα οποία έχουν αδιαμφισβήτητα εξοικονομήσει μεγάλα οφέλη όπως η Τουρκία.
Ενώ η Τουρκία συνορεύει με Συρία, Ιράκ και Ιράν, και υπάρχει πάντα ο κίνδυνος πως τα προβλήματα στην «γειτονιά» της θα γίνουν και δικά της προβλήματα, η Άγκυρα είναι αυτή που τελικώς επωφελείται εξ’αρχής των αντιπαραθέσεων μεταξύ της Δύσης και των εκάστοτε καθεστώτων στην περιοχή. Η Τουρκία είναι σε θέση να ζητήσει και να λάβει πρόσθετη χρηματοδότηση και υποστήριξη και από τα άλλα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ, επικαλούμενη την τεταμένη κατάσταση στα σύνορά της.
Ταυτόχρονα, αυτό το οικονομικό και πολιτικό κεφάλαιο επιτρέπει στους κυβερνώντες της Τουρκίας (από το 2003 έως σήμερα είναι ο τέως πρωθυπουργός και νυν πρόεδρος Ρετσέπ Ταγίπ Ερντογάν, και το «Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» που ίδρυσε ο ίδιος) να ακολουθήσουν ανενόχλητοι συγκεκριμένες πολιτικές κατευθύνσεις, ξέροντας ότι η Τουρκία ως σύμμαχος και έδρα ΝΑΤΟϊκών επιχειρήσεων είναι απαραίτητη, και πως, αν και δεν συμφωνούν οι σύμμαχοι της με κάποιες κινήσεις της Τουρκικής κυβέρνησης, δεν θα παραπονεθούν ούτε θα αντιδράσουν ιδιαιτέρως σθεναρά.
Η αναβάθμιση της σημασίας της Τουρκίας ως συμμάχου – του ΝΑΤΟ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή γειτονικών Αραβικών κρατών – υπήρξε επίσης γενικότερο αποτέλεσμα των επιχειρήσεων της τελευταίας δεκαετίας στην ευρύτερη περιοχή, και πιο συγκεκριμένα των ενεργειών του Ισλαμικού Κράτους και του Συριακού εμφυλίου. Η προσφυγική κρίση των τελευταίων ετών στάθηκε αφορμή για την πιο πρόσφατη αναβάθμιση της Τουρκίας ως γεωστρατηγικής συμμάχου, με αποτέλεσμα την υπογραφή του συμφώνου Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας τον Μάρτιο του 2016.

Εν Κατακλείδι
Συνοψίζοντας, η στρατιωτική επέμβαση στο Ιράκ δεν έφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα, αντιθέτως συνέβαλε στο να ξεκινήσει μια σειρά γεγονότων με αλυσιδωτές πυροδοτήσεις συντελώντας – εμμέσως ή αμέσως – στην ανάφλεξη και αποσταθεροποίηση της Συρίας, της Υεμένης, και σε ένα βαθμό και της Λιβύης, στην αναβάθμιση χωρών όπως το Ιράν και η Ρωσία, στην εγκαθίδρυση και εξάπλωση ακραίων ισλαμιστικών οργανώσεων στην ευρύτερη περιοχή αλλά – και στην Δύση – με παράλληλη αύξηση των τρομοκρατικών χτυπημάτων, καταστροφές υποδομών και αρχαιολογικών χώρων που αποτελούν μέρος της παγκόσμιας κληρονομιάς, και τέλος σε μια ανθρωπιστική κρίση με ανθρώπους να πέφτουν θύματα δουλεμπόρων, βασανιστηρίων και κακοποιήσεων, εκτελέσεων, και τελειώνοντας με τα συνεχή κύματα των απελπισμένων προσφύγων που προσπαθούν να σώσουν τις ζωές τους .

Ιδιαιτέρως σε μια περιοχή με πλούσια ιστορία σε συχνές και πολυετείς συρράξεις μεταξύ πολυεθνικών φυλετικών ομάδων και θρησκευτικών σεχτών, θα περίμενε κανείς πως θα ήταν πιο εύκολο να κατανοηθεί το ντόμινο επικείμενων εξελίξεων λόγω ιστορικής μνήμης. Οι εξωτερικές επεμβάσεις – είτε αυτές είναι στρατιωτικού είτε άλλου τύπου – στις διεθνείς σχέσεις έχουν την τάση να παρουσιάζουν παράδοξα και ενίοτε ανεπιθύμητα αποτελέσματα. Είναι σίγουρα πολλοί αυτοί που περιμένουν να δουν πως θα μπορούσαν να διαχειριστούν – και κατ’ επέκταση να εκμεταλλευτούν – την αλληλουχία παράδοξων πολιτικών εξελίξεων. Συνεπώς το μέλλον φαίνεται αβέβαιο πλην του ότι μετά βεβαιότητας η ειρήνη και η σταθερότητα δεν πρέπει να αναμένονται στο εγγύς μέλλον.

 infognomonpolitics.blogspot.gr/2016/04/blog-post_899.html#more