Πραξικοπήματα και κόστος


ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Κοσμήτορας Σχολής Διεθνών Σπουδών,
Επικοινωνίας και Πολιτισμού
Παντείου Πανεπιστημίου
 

Το Ιούλιο και Αύγουστο του 1974, Ελλάδα και Κύπρος, ο Ελληνισμός, αποφάσισαν να διαπράξουν πράξη εθνικής αυτοχειρίας, που σημαίνει πως η Κύπρος μέσα από το έγκλημα της Χούντας των Αθηνών οδηγήθηκε στην αγκαλιά του Αττίλα, ο οποίος από το 1956 είχε σχεδιάσει την κατάκτηση της Κύπρου, που προϋπέθετε τον έλεγχο του βόρειου τμήματος της μεγαλονήσου, έτσι ώστε ολόκληρη η Κύπρος να τεθεί υπό τη δύναμη της τουρκικής ομηρείας.

Η πράξη αυτοχειρίας συνίσταται στο ότι από το 1960 που ιδρύθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία, με τα όσα κουσούρια κουβαλούσε αυτό το πολιτικό σύστημα, Αθήνα και Λευκωσία δεν μπόρεσαν ποτέ να συνεννοηθούν πάνω σε μια κοινή γραμμή πλεύσης, η οποία θα οργάνωνε μια εθνική στρατηγική πορείας του κυπριακού προβλήματος, έτσι ώστε να μην κινδυνεύσει η Κύπρος με τουρκοποίηση, αλλά αντίθετα να βρίσκεται υπό την ελληνική, γεωπολιτική και γεωστρατηγική κυριαρχία. Αυτό δεν ήταν καθόλου δύσκολο να συμβεί, διότι ακριβώς η Αθήνα βρισκόταν ως Ελληνισμός στη Λευκωσία.

Η Κύπρος εκυριαρχείτο από το ελληνικό στοιχείο παντού, όχι μόνο εξαιτίας του 82% των Ελλήνων της Κύπρου, αλλά κυρίως γιατί οι Τουρκοκύπριοι ήσαν διάσπαρτοι σε όλο το νησί, δεν σχημάτιζαν πουθενά πλειοψηφικό εθνικό ρεύμα που να τους επιτρέπει να διεκδικήσουν αυτονομία ή και διχοτόμηση. Πέραν δε τούτου, οι Έλληνες της Κύπρου είχαν υπό τον έλεγχόν τους την οικονομία, τις κοινωνικές δομές και τον πολιτισμό της Κύπρου, αφού οι Τουρκοκύπριοι μέχρι και τη δεκαετία του 1950 εθεωρούντο τουρκόφωνοι μουσουλμάνοι, οι οποίοι ταυτόχρονα κατά ένα σημαντικό μέρος τους ήσαν εξισλαμισθέντες Έλληνες.

Εμείς παίξαμε το παιχνίδι των Βρετανών, πέσαμε στην παγίδα της σύγκρουσης με τους Τουρκοκυπρίους, κυρίως όμως οδηγηθήκαμε σε έναν αδελφοκτόνο ελληνικό εμφύλιο, τόσο εν Κύπρω, όσο και μεταξύ Αθηνών και Λευκωσίας, ο οποίος επέτρεψε, έδωσε το πρόσχημα στην Τουρκία για να υλοποιήσει το Σχέδιο Αττίλας, που είχε εκπονήσει ήδη από το 1956. Το σχέδιο αυτό προέβλεπε την εξώθηση των Ελλήνων της Κύπρου από το βόρειο τμήμα στον Νότο, τη μετατροπή του βόρειου τμήματος σε καθαρά τουρκικό προγεφύρωμα, το οποίο θα διεκδικούσε επικυριαρχία στον Νότο, επί τη βάσει των ρυθμίσεων μιας διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας.

Το έγκλημα που διεπράχθη εις βάρος της Κύπρου μπορεί να σχεδιάστηκε στο Λονδίνο ή στην Ουάσιγκτον, υλοποιήθηκε όμως από Έλληνες, οι οποίοι κατάφεραν να πραγματώσουν το ασύλληπτο, δηλαδή να δώσουν όλα τα διεθνή προσχήματα στην Τουρκία για να «νομιμοποιείται» να εισβάλει. Το έγκλημα δεν εσυνέβη μόνο το 1974 με το πραξικόπημα, αλλά όλη η δεκαετία του 1960 ήταν μεστή συγκρούσεων Αθηνών - Λευκωσίας, όπου η Λευκωσία απέρριπτε τα σχέδια ένωσης με ΝΑΤΟποίηση της Κύπρου και ταυτόχρονα το Κυπριακό ως άλυτο πρόβλημα έφερε στην Αθήνα τη Χούντα, που είχε ως αποστολή της την επίλυση του προβλήματος που δεν κατάφεραν οι δημοκρατικές κυβερνήσεις να φέρουν εις πέρας.

Από το 1960-1974 διεγράφη μία δεκαπενταετία τραγικών σφαλμάτων, που έχουν τη μορφή του λάθους, όπως θα έλεγε ο Υπουργός Εξωτερικών του Μεγάλου Ναπολέοντος, Talleyrand. Αυτό σημαίνει πως στην πολιτική τα λάθη είναι χειρότερα από εγκλήματα, διότι ακριβώς προκαλούν βλάβη και προβλήματα, πολλές φορές διαρκείας, στον λαό εν τω συνόλω του, ενώ οι υπεύθυνοι συχνά δεν τιμωρούνται.

Όμως για να επανέλθουμε στο σήμερα, εν έτει 2016, δηλαδή σαράντα και πλέον χρόνια από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, όχι μόνο δεν κάναμε βήματα αποκατάστασης της διεθνούς νομιμότητας και άρσης της τουρκικής παρανομίας στην Κύπρο, αλλά έχουμε συμβιβαστεί με την ιδέα της «τουρκικής νομιμότητας» στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου. Πρόκειται για μια εξωφρενική εξέλιξη, που δείχνει την υποτέλεια και την αδυναμία των ηγεσιών μας διαχρονικά να υπερασπιστούν την Κύπρο ως σύνολο, ως ιστορία και ως πολιτισμό, γιατί αυτό που διαδραματίζεται τα τελευταία χρόνια είναι η αναζήτηση του τρόπου, της μεθοδολογίας νομιμοποίησης των κατεχομένων.

Εκτός από τους πρώτους μήνες της εισβολής, τα χρόνια που ακολούθησαν, ιδιαίτερα μετά το 1990, ήσαν χρόνια διαπραγμάτευσης με την «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου» ως προς τη μεθόδευση της αναγνώρισής της ως κράτους στο πλαίσιο μιας ομοσπονδιακής δομής. Η ομοσπονδιακή δομή περιλαμβάνει δύο κράτη, τον Βορρά και τον Νότο, όπου ο Βορράς είναι τουρκικός, ο Νότος θα είναι η Κυπριακή Δημοκρατία και η επικυριαρχία εφ’ όλου του συστήματος θα λαμβάνει χώραν στο πλαίσιο της ομοσπονδιακής δομής μέσω της Άγκυρας, η οποία θα ελέγχει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ομοσπονδιακής κυβέρνησης εν τέλει.

Εκείνο που αντικρίζει κανείς με θλίψη είναι ότι συρθήκαμε σε μια de facto αναγνώριση του διεθνούς εγκλήματος της εισβολής και κατοχής του βόρειου τμήματος της Κύπρου από την Τουρκία, προδίδοντας έτσι και την ευθύνη μας απέναντι στην ιστορία και απέναντι στο διεθνές δίκαιο. Σήμερα διαπραγματευόμαστε την επιστροφή της νέας πόλης της Αμμοχώστου για να αναγνωρίσουμε το κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου ως κράτος, συμπήσσοντας μια ομοσπονδιακή δομή, η οποία θα αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα διακυβέρνησης του νέου κράτους, που θα είναι ομοσπονδιακό. Εκείνο που επισημαίνουμε σε αυτήν την πορεία είναι ότι δεν διεκδικήθηκε η απελευθέρωση της Κύπρου και ότι αυτό στο οποίο οδηγούμεθα σήμερα είναι ένα κοινό κράτος αμφιβόλου ικανότητας επιβίωσης, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την ομοσπονδιακή του δομή, η οποία θα λειτουργεί σε ένα νομικο-πολιτικό πλαίσιο ομοφωνίας.

Κλείνοντας, υπενθυμίζουμε τα λόγια του αείμνηστου Κωνσταντίνου Καλλιγά, σχετικά με την αλληλεξάρτηση Κυπριακού και τουρκικής στρατηγικής έναντι του Ελληνισμού. «Ας μην πλανώμεθα. Αν η Κύπρος επρόκειτο να χαθεί, το ρήγμα στην περίμετρο του Ελληνισμού θα ήταν μεγάλο, όπως επίσης και η συρρίκνωση του βήματος του Ελληνισμού, ανεξαρτήτως του αν ο Κυπριακός Ελληνισμός ανήκει ή όχι στο ελληνικό κράτος».

Οι εξελίξεις στην Τουρκία, με το πραξικόπημα που εκδηλώθηκε την 15η Ιουλίου τρέχοντος, δημιουργούν ενδεχομένως νέα δεδομένα ακόμη και για το Κυπριακό, στον βαθμό που ο Ερντογάν μετατρέπεται σε μια απόλυτα σταθερή και ισχυρή δομή του πολιτικού συστήματος, έτσι ώστε να είναι σε θέση να αποφασίζει χωρίς να υπολογίζει εσωτερικό πολιτικό κόστος ή ισορροπίες πολιτικής για θέματα που άπτονται κρίσιμων επιλογών στην εξωτερική πολιτική της χώρας του. Αυτό δεν σημαίνει πως θα δώσει γην και ύδωρ, δηλαδή θα κάνει σημαντικές υποχωρήσεις στο Κυπριακό χωρίς την πίεση του διεθνούς παράγοντα και την προβολή κόστους από την παραμονή τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο, ούτε ότι θα είναι εύκολη υπόθεση για να πειστεί η Άγκυρα σε μιαν αληθινά βιώσιμη λύση του κυπριακού προβλήματος.

Όμως μια σταθερή και ισχυρή τουρκική κυβέρνηση είναι, όπως είπαμε πιο πάνω, ικανή να κρίνει με μεγαλύτερη άνεση και χωρίς άλλες πιέσεις πως το συμφέρον της βρίσκεται στη λύση του Κυπριακού και όχι στη διαιώνισή του. Αυτό σημαίνει πως η δική μας πλευρά, αν ξέρει τι θέλει και έχει καταγράψει τα σενάρια της βιωσιμότητας της λύσης, που να άπτονται των συμφερόντων του Ελληνισμού, θα μπορούσε να κινηθεί πιο άνετα και πιο αποτελεσματικά σε συνθήκες σταθερότητας, παρά ακυβερνησίας και χάους.