Νομοτελειακή πορεία του κυπριακού προβλήματος

 Πορεία Κυπριακού

 ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία
Πάντειο Πανεπιστήμιο
Ο κίνδυνος για την Κύπρο είναι μεγάλος σε οποιαδήποτε διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού, που δεν προνοεί την απαλλαγή της Κύπρου από οποιαδήποτε παρέμβαση ή παρουσία ξένης χώρας, είτε έμμεσα, είτε άμεσα

Το κυπριακό πρόβλημα ευτυχώς εξακολουθεί να απασχολεί, σε μικρότερο βεβαίως βαθμό, αλλά αποτελεί μέρος του δημόσιου διαλόγου, τουλάχιστον στον ελλαδικό χώρο, η πορεία της Κύπρου και οι προϋποθέσεις επιβίωσης του κυπριακού Ελληνισμού και της Κύπρου εν τω συνόλω της στο πλαίσιο της διαδικασίας και μετά την επίτευξη λύσης του προβλήματος. Εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο ζήτημα αντιπαράθεσης του δημόσιου διαλόγου το κατά πόσον η διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία μπορεί να λειτουργήσει και σε κάθε περίπτωση μεθοδεύεται ως βασικό πλαίσιο επίλυσης του προβλήματος, που απασχολεί όχι μόνο τον Ελληνισμό, αλλά και τη διεθνή κοινότητα τα τελευταία εξήντα και πλέον χρόνια.

Εμείς στο πλαίσιο και αυτού του κειμένου θα προσπαθήσουμε να καταγράψουμε, όχι τόσο την διαδικασία επίλυσης του προβλήματος, αλλά πολύ περισσότερο τους όρους επιβίωσης της Κύπρου, όπως θα εκδηλωθούν μετά την επίτευξη της α’ ή της β’ λύσης. Τίθεται εδώ και δεκαετίες το ζήτημα της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, όχι τόσο ως όρος επιβίωσης της Κύπρου και του κυπριακού Ελληνισμού, αλλά πολύ περισσότερο ως ένα πλαίσιο λύσης που συνεφωνήθη σε διάφορες φάσεις της πορείας του κυπριακού ζητήματος και, ως εκ τούτου, είμαστε υποχρεωμένοι να συνεχίσουμε υποστηρίζοντας αυτό το πλαίσιο, πορευόμενοι πάνω σε αυτές τις γραμμές.

Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε εξαρχής πως στις διεθνείς σχέσεις και στις διαπραγματεύσεις για διάφορα ζητήματα που τίθενται μεταξύ κρατών και διεθνών οργανισμών, οι συμφωνίες συνομολογούνται και οποιοδήποτε μέρος μπορεί να προβάλει αντιρρήσεις ζητώντας αναθεώρηση του πλαισίου της συμφωνίας. Αυτό γιατί τα μέρη που συζητούν, συμφωνούν ή διαφωνούν, προσέρχονται στις διαπραγματεύσεις γνωρίζοντας πως δεν μπορούν να επιτύχουν σε μεγάλο βαθμό το δίκαιο των θέσεών τους, όπως το αντιλαμβάνονται, αλλά διεκδικούν τουλάχιστον την υπεράσπιση των συμφερόντων τους. Στο πλαίσιο δε αυτό, τα μέρη διαπραγματεύονται, θέτουν ζητήματα, επαναπροσδιορίζουν θέσεις, αμφισβητούν τις θέσεις της άλλης πλευράς με βασικό, τελικό στόχο να επιτύχουν τη συνομολόγηση μιας συμφωνίας, η οποία υπηρετεί τα συμφέροντα και κυρίως την επιβίωση του κράτους τους.

Στην Κύπρο και στο κυπριακό πρόβλημα, επειδή η ελληνική πλευρά έχει την αίσθηση πως αποτελεί το αδύναμο μέρος της διαπραγμάτευσης λόγω της τουρκικής ισχύος, εμφανίζεται να είναι υποχρεωμένη να σεβαστεί συμφωνίες, οι οποίες εν τέλει είναι εις βάρος της, για να μην χαρακτηρισθεί ως υπαναχωρούσα και μη σεβόμενη πρότερες συμφωνίες. Όμως, η διαπραγμάτευση είναι μια πολύ δύσκολη και πολύπλοκη διαδικασία, η οποία περιλαμβάνει στρατηγικές στόχων και τακτικών κινήσεων, δηλαδή πλαίσιο, στο οποίο η κάθε πλευρά προωθεί και υπερασπίζεται τα δικά της συμφέροντα και ουδέν πέραν τούτου.

Εμείς, ως ελληνική πλευρά στην Κύπρο, διαπράξαμε το λάθος της αποδοχής της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, η οποία ουσιαστικά, εάν η Τουρκία παραμείνει στο πλαίσιο της διαδικασίας επίλυσης του Κυπριακού και μετά τη λύση, αποτελεί την ασφαλέστερη οδό που θα οδηγήσει την Κύπρο στην τουρκοποίησή της. Δεν είναι απλώς διχοτόμηση η διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία, αλλά είναι δύο ζώνες, που τίθενται a priori υπό τον έλεγχο του τουρκικού κράτους, εφόσον η Τουρκία βρίσκεται είτε ως εγγυήτρια δύναμη, είτε ως διαθέτουσα βάσεις σε οποιοδήποτε μέρος της Κύπρου, ιδιαιτέρως μάλιστα στο βόρειο τμήμα της ομοσπονδιακής δομής της Κύπρου.

Ο κίνδυνος για την Κύπρο είναι μεγάλος σε οποιαδήποτε διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού, που δεν προνοεί την απαλλαγή της Κύπρου από οποιαδήποτε παρέμβαση ή παρουσία ξένης χώρας, είτε έμμεσα είτε άμεσα. Είναι γνωστό μάλιστα πως η Τουρκία, όπως έχουμε επανειλημμένως υπογραμμίσει και από αυτήν τη στήλη, δεν ενδιαφέρεται για τους Τουρκοκύπριους ή για το βόρειο τμήμα της Κύπρου, αλλά την ενδιαφέρει ο έλεγχος ολόκληρης της Κύπρου. Επομένως, εάν η ελληνική πλευρά είναι αποφασισμένη να λύσει το Κυπριακό και θυσιάσει την Κυπριακή Δημοκρατία για να οικοδομήσει ένα κοινό κράτος με την τουρκοκυπριακή πλευρά, το πιθανότερο είναι πως σε αυτή την περίπτωση η λύση δεν θα είναι κυπριακή, δηλαδή Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, αλλά τουρκική, διότι η Τουρκία θα είναι σε περίπτωση, επαναλαμβάνουμε, λύσης, παρούσα εμμέσως ή αμέσως στο νησί και σταδιακά θα το θέσει υπό τον έλεγχό της.

Είμαστε βέβαιοι όμως πως η ελληνική πλευρά, είτε πρόκειται για τη Λευκωσία, είτε για την Αθήνα, είτε και τα δύο κράτη μαζί, δεν πρόκειται να δεχθούν λύση με αυριανή ικανότητα εμπλοκής της Τουρκίας στον κυπριακό χώρο. Επειδή η Τουρκία δεν πρόκειται να δεχθεί καμία λύση χωρίς την παρουσία της στην Κύπρο, η λύση του κυπριακού προβλήματος θα παραμείνει, για την επόμενη μακρά περίοδο, το μέγα ζητούμενο στην περιοχή και στη διεθνή κοινότητα. Επομένως, η νομοτέλεια του Κυπριακού σημαίνει πως θα μείνει άλυτο για αρκετά χρόνια ακόμη, η δε Κύπρος θα επιβιώνει ως Κυπριακή Δημοκρατία.