Με την επίσκεψη στη Μόσχα ο Netanyahu σηματοδοτεί την μετα-αμερικανική εποχή για τη Μέση Ανατολή


Του Anshel Pfeffer σε επιμέλεια-απόδοση κειμένου του Μάριου-Ανέστη Καϊτάζη, Κέντρο Ανατολικών Σπουδών

Ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός κι ο Ρώσος Πρόεδρος περιφρονούν εξίσου αυτό, που εκλαμβάνουν ως αδυναμία της σημερινής ηγεσίας των ΗΠΑ.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν πλήρως ενημερωμένες για τη σύνοδο κορυφής, που έλαβε χώρα τη Δευτέρα στη Μόσχα. Τουλάχιστον αυτό είπε εκ των υστέρων ο Benjamin Netanyahu. «Οι δεσμοί μας με τις ΗΠΑ είναι υψίστης σημασίας, είναι ισχυροί, ακλόνητοι και σταθεροί. Είμαστε απολύτως συντονισμένοι σε αυτό το θέμα.» δήλωσε. Κι όμως, μια από τις πιο σημαντικές γεωπολιτικές στιγμές των τελευταίων χρόνων, η αναγνώριση της επιστροφής της Ρωσίας ως σημαντικός παίκτης στην περιοχή από το Ισραήλ, πραγματοποιήθηκε χωρίς αμερικανική συμμετοχή.
Ο Netanyahu είναι αυτό, που στην ευρωπαϊκή πολιτική αποκαλούν Ατλαντικιστής (Atlanticist). Πιστεύει πως η εξωτερική του πολιτική πρέπει να είναι πάντοτε επικεντρωμένη σε μια στρατηγική συμμαχία με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δε θα μπορούσε να είναι διαφορετικά για κάποιον, που πέρασε την εφηβεία του κι έπειτα τα πρώτα στάδια της καριέρας του ως διπλωμάτης στην Αμερική και του οποίου το πολιτικό είδωλο είναι ο Winston Churchill, ο άνθρωπος που πρακτικά εφηύρε την Ατλαντική Συμμαχία. Αλλά, τι να κάνει ένας τέτοιος άνθρωπος, όταν αισθάνεται πως η πολυαγαπημένη του Αμερική έχει λησμονήσει τη συμμαχία τους;
Πριν από όχι και τόσο καιρό θα ήταν σχεδόν αδιανόητο για έναν Ισραηλινό Πρωθυπουργό να ζητήσει και να λάβει πρόσκληση για μια επείγουσα συνάντηση κορυφής με τον Πρόεδρο της Ρωσίας σε λιγότερο από ότι θα του έπαιρνε να λάβει μια παρόμοια πρόσκληση από της Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Netanyahu είναι ο πιο Αμερικανός από όλους τους Ισραηλινούς ηγέτες, αλλά ένα πράγμα το οποίο μοιράζεται με τον Vladimir Putin είναι η περιφρόνηση για αυτό που κι οι εκλαμβάνουν ως αδυναμία της σημερινής αμερικανικής ηγεσίας. Ήταν αυτή η αντίληψη περί αδυναμίας, που επέτρεψε στον Putin να προκαλεί συνεχώς τη Δύση με τις εισβολές του στην Ουκρανία και που επέτρεψε στη Ρωσία αυτό το μήνα να πάρει το προβάδισμα από τις Ηνωμένες Πολιτείες και να γίνει η πρώτη δύναμη παγκοσμίως (κι η δεύτερη χώρα μετά το Ιράν) που έστειλε στρατιώτες σε συριακό έδαφος. Ήταν αυτή η απογοήτευση από το δισταγμό της Αμερικής να δράσει ως απάντηση στη Ρωσία, που ώθησε τον Netanyahu να ταξιδέψει εσπευσμένα στη Μόσχα και να υποσχεθεί στον Putin πως «το Ισραήλ δεν είναι ούτε υπέρ ούτε κατά του Assad».
Ο Putin κι ο Netanyahu δεν είναι οι μόνοι στο κλαμπ των ηγετών, που αισθάνονται πως οι ΗΠΑ υπό τον Obama έχουν αφήσει ένα κενό ισχύος στις διεθνείς υποθέσεις. Δύο άλλοι Πρωθυπουργοί της Ασίας, των οποίων οι πολιτικές θα τους έβαζαν αυτόματα στο φιλο-αμερικανικό στρατόπεδο, ο Narenda Modi της Ινδίας κι ο Shinzo Abe της Ιαπωνίας, αισθάνονται το ίδιο και δεν αποτελεί έκπληξη το ότι ο Netanyahu τα πηγαίνει περίφημα μαζί τους. Όπως κι ο Πρόεδρος της Αιγύπτου, Abdel Fattah Al-Sissi, είναι ο μόνος Άραβας ηγέτης που δεν είχε πρόβλημα να δηλώσει σε συνέντευξη πως μιλά με τον Netanyahu στο τηλέφωνο κάθε εβδομάδα. Ο Sissi κι ο Modi φλερτάρουν επίσης με τον Putin. Ακόμα κι ο Abe έχει κάνει ανοίγματα προς το Κρεμλίνο, παρά τη συνεχιζόμενη εδαφική διαμάχη με τη Ρωσία για τα νησιά Kuril. Αυτοί καθώς κι άλλοι ηγέτες, που σκέφτονται παρόμοια, δεν συμπαθούν ή δεν εμπιστεύονται ιδιαίτερα τον Putin, αλλά αναγνωρίζουν πως πρέπει να κινηθούν κατάλληλα στην εξελισσόμενη μετα-αμερικανική παγκόσμια τάξη.
Βέβαια, αυτό θα μπορούσε να αποδειχτεί πολύ πρόωρο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ακόμη η μόνη παγκόσμια υπερδύναμη με απαράμιλλη στρατιωτική ισχύ κι οικονομική δύναμη, αλλά τα τελευταία 6,5 χρόνια αυτή η δύναμη χρησιμοποιηθεί ελάχιστα από τον Πρόεδρο Obama κι είναι λίγοι εκείνοι, που αισθάνονται πως οι τελευταίοι 18 μήνες στης θητείας του θα αλλάξουν κάτι. «Η απροθυμία του Obama να χρησιμοποιήσει τη δύναμή του δεν έχει εξασθενήσει μόνο τη θέση της Αμερικής» δήλωσε ανώτερος Ευρωπαίος διπλωμάτης. «Έχει αποδυναμώσει εξίσου τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, επειδή είχαμε συνηθίσει τόσο πολύ να λειτουργούμε από κοινού με τις ΗΠΑ τα τελευταία 70 χρόνια, που δεν μπορούμε να το κάνουμε μόνοι μας σήμερα.» Ο Obama μπορεί ακόμη να αλλάξει γραμμή πλεύσης τον τελευταίο χρόνο της προεδρίας του -και σίγουρα ο επόμενος ένοικος του Οβάλ Γραφείου μπορεί να είναι πολύ περισσότερο παρεμβατικός, αλλά τότε θα είναι πολύ αργά για τη Συρία. Ο αιματηρός εμφύλιος με τις 250,000 νεκρούς και τα αυξανόμενα εκατομμύρια προσφύγων, που γρήγορα γίνεται γνωστός ως «η Rwanda του Obama», θα αποτελεί μνημείο για την απραξία και την έλλειψη συνεκτικής πολιτικής στις περισσότερες διεθνείς υποθέσεις με εξαίρεση τη συμφωνία του Ιράν.
Ο Netanyahu, που τόσο συχνά -και συνήθως δικαιολογημένα- ψέγεται για το χοντροκομμένο στυλ της διπλωματίας του, δύσκολα θα μπορούσε να κατηγορηθεί σε αυτή την περίπτωση για την άμεση και πραγματιστική του απάντηση. Το 2012 στοιχημάτισε πως θα εκλεγόταν ο Mitt Romney κι έκανε μεγάλο λάθος. Τρία χρόνια αργότερα, δεν είναι πρόθυμος να περιμένει για έναν άλλον Αμερικανό Πρόεδρο, που θα είναι της αρεσκείας του. O Putin είναι ο Πρόεδρος έχει αναπτύξει μαχητικά αεροσκάφη κι ειδικές δυνάμεις στη Συρία, ενώ για πρώτη φορά σε 8 χρόνια οι Ηνωμένες Πολιτείες δε θα έχουν για τους επόμενους δυο μήνες ούτε έναν αεροπλανοφόρο στη Μεσόγειο ή τον Περσικό Κόλπο. Η Washington έχει ακόμα 10 -και σύντομα 11- αεροπλανοφόρα, ενώ η Ρωσία, παρά τις προσπάθειές της δεν έχει κανένα. Αλλά το ζήτημα στη Μέση Ανατολή δεν είναι να έχεις ισχύ, αλλά να είσαι έτοιμος να τη χρησιμοποιήσεις.

http://www.haaretz.com/news/diplomacy-defense/.premium-1.677075?utm_campaign=Echobox&utm_medium=Social&utm_source=Facebook