Ένας μεγάλος Έλληνας

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής
Κοσμήτορας Σχολής Διεθνών Σπουδών,
Επικοινωνίας και Πολιτισμού
Παντείου Πανεπιστημίου
  

Ο Θουκυδίδης μας διδάσκει πως εκείνο που μπορεί να παράγει δίκαιες λύσεις προέρχεται από μία κατάσταση και θέση ισοδυναμίας, αυτό που εύστοχα αποκάλεσε ως δίκαιο των ισοδυνάμων, πράγμα που συνιστά το απολύτως αναγκαίο στοιχείο για οποιαδήποτε διαπραγματευτική διαδικασία για επίλυση προβλημάτων ή διαφορών

Η πορεία μιας χώρας επηρεάζεται πολλές φορές από τυχαία γεγονότα, όπως λέει και ο Γερμανός φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας, που μπορεί να αλλάξουν ολοκληρωτικά τη διαδρομή της στο μέλλον. Η μη εκλογή του Γεράσιμου Αρσένη στην πρωθυπουργία της χώρας τον μοιραίο Γενάρη του 1996 ίσως επηρέασε καθοριστικά την τύχη της Ελλάδος και την πορεία της προς το 2000 και τον 21ο αιώνα.

Ο Γεράσιμος Αρσένης διακρίθηκε ως ο πολιτικός εκείνος που δεν εντασσόταν στη συμβατική διάσταση του πολιτικού που υπηρετεί κομματικά, προσωπικά και άλλα πελατειακά συμφέροντα, σε μια προσέγγιση της πολιτικής που δυστυχώς καθιερώθηκε από τη δολοφονία του Καποδίστρια και εντεύθεν, με εξαίρεση την περίοδο του Ελευθερίου Βενιζέλου και ορισμένες φωτεινές στιγμές των Κωνσταντίνου Καραμανλή και Ανδρέα Παπανδρέου, ως ο κανόνας στη χώρα μας, αλλά υπηρέτησε την πολιτική με γνώμονα το εθνικό συμφέρον και μόνον.

Ήρθε στην Ελλάδα με τις περγαμηνές του ακαδημαϊκού και ταυτόχρονα του επιτυχημένου ανώτατου διεθνούς λειτουργού, έχοντας υπηρετήσει τόσο στον ΟΗΕ, σε οργανισμούς όπως ο θεσμός για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη UNCTAD, αλλά και στον ΟΟΣΑ. Εισήλθε στην πολιτική όχι ως κομματικός παράγων, αλλά ως διανοητής, ως τεχνοκράτης, ως πολιτικός άνδρας.

Ανήκε στο ΠΑΣΟΚ, αλλά με τις δράσεις και τη στάση ζωής του υπηρέτησε την Ελλάδα, χάραξε στρατηγική που ενδυνάμωνε τη διεθνή παρουσία της χώρας σε μιαν από τις κρισιμότερες περιοχές του κόσμου, τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Ο σχεδιασμός και η υλοποίηση της πολιτικής του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου Ελλάδας - Κύπρου, που συνίστατο στη στρατιωτική και αμυντική σύζευξη του κυπριακού χώρου με την Ελλάδα, δεν συνιστούσε μια στενά νοούμενη στρατιωτική στρατηγική της χώρας, αλλά μια ευρύτερη γεωπολιτική προσέγγιση του ρόλου της στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή.

Ο ρόλος αυτός αξιοποιούσε την τρισχιλιετή παρουσία του Ελληνισμού στην Κύπρο όχι μόνο υπέρ της Κύπρου και της ανάγκης, της υποχρέωσης της Ελλάδος να συμβάλει στην επιβίωση του κυπριακού Ελληνισμού, αλλά υπέρ των γεωπολιτικών και γεωστρατηγικών συμφερόντων της Ελλάδας στην κρίσιμη αυτή περιοχή του κόσμου, και ως αντιστάθμισμα εξισορρόπησης του τουρκικού επεκτατισμού στο Αιγαίο.

Επομένως, η Κύπρος για την Ελλάδα δεν είναι μόνο η συνέχεια του Ελληνισμού στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, αλλά συνιστά και την αιχμή του δόρατος για την αποτρεπτική λειτουργία του ελληνικού κράτους έναντι του τουρκικού επεκτατισμού στο Αιγαίο. Εάν χανόταν η Κύπρος από την ελληνική επιρροή, θα ετίθετο υπό τουρκική κηδεμονία, και αυτό θα σήμαινε πραγματικά και ουσιαστικά ακρωτηριασμό της Ελλάδος ως περιφερειακής και διεθνούς παρουσίας, αλλά και ως πολιτικού συστήματος, ως κρατικής οντότητας και ως πολιτισμού.

Έχουμε ενώπιόν μας έναν πολιτικό άντρα που σήκωσε στους ώμους του σχεδόν μόνος την ανάπτυξη της εθνικής στρατηγικής της χώρας, έτσι ώστε να συμβάλει στην ουσιαστική δυνατότητα παρεμβατικής λειτουργίας της Ελλάδος στον κυπριακό χώρο, με στόχο την αποκατάσταση της διεθνούς νομιμότητας που παραβίασε η τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974. Η εξαγγελία και η υλοποίηση του δόγματος του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου Ελλάδας - Κύπρου, τον Νοέμβριο του 1993, θεωρήθηκε ως ένας θεσμός εθνικής στρατηγικής, που θα άντεχε στον χρόνο και στις αλλαγές υπουργών και κυβερνήσεων.

Τούτο, γιατί το Δόγμα δεν ήταν μία πράξη ή ένα πρόγραμμα επιθετικής συμπεριφοράς και στάσης απέναντι σε οποιονδήποτε τρίτο, αλλά ήταν πολύ περισσότερο μία αποτρεπτική στρατηγική ενδυνάμωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους, ενίσχυσης της γεωπολιτικής υπεραξίας της Ελλάδος στην περιοχή και, ταυτοχρόνως, τόνωσης της διαπραγματευτικής θέσης της Κύπρου έναντι του τουρκικού παράγοντα, ενόψει διαπραγματεύσεων και συνομιλιών για την επίλυση του Κυπριακού.

Ήταν ουσιαστικά μια δράση, μια πολιτική που ενίσχυε την ειρήνη και την ασφάλεια στην περιοχή, και ενδυνάμωνε τις δυνατότητες και τις προοπτικές για μια δίκαιη επίλυση του κυπριακού προβλήματος. Ο Θουκυδίδης μας διδάσκει πως εκείνο που μπορεί να παράγει δίκαιες λύσεις προέρχεται από μία κατάσταση και θέση ισοδυναμίας, αυτό που εύστοχα αποκάλεσε ως δίκαιο των ισοδυνάμων, πράγμα που συνιστά το απολύτως αναγκαίο στοιχείο για οποιαδήποτε διαπραγματευτική διαδικασία για επίλυση προβλημάτων ή διαφορών.

Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν θα ήταν πλέον μόνη, θα στηριζόταν πέραν της διπλωματίας, από τη στρατιωτική ισχύ της Ελλάδος στην περιοχή και στην Κύπρο ιδιαίτερα. Μια ισχύς που εξισορροπούσε κατά τρόπον αποτρεπτικό τον εισβολέα και δημιουργούσε τις προϋποθέσεις παρεμβατικής λειτουργίας του διεθνούς, του αμερικανικού παράγοντα προς την κατεύθυνση της Τουρκίας, έτσι ώστε να αποτραπεί οποιοδήποτε ενδεχόμενο σύρραξης στην Κύπρο.