Το πυρηνικό παιχνίδι της Νότιας Ασίας

 

Shams uz Zaman , Ημερομ. Δ/σης 1/11/2013

Μετάφραση - Επιμέλεια : Περσεφόνη Αντωνάκη

 

Το να ακούς συμβουλές για την πυρηνική στρατηγική από έναν αρχάριο πακιστανό πολιτικό, συνήθως είναι εξαιρετικά απογοητευτική εμπειρία. Μερικές εβδομάδες πριν, κάποιος τόλμησε να ισχυριστεί πως «Το γρασίδι θα σταματήσει να φυτρώνει στην Ινδία, εάν ξεκινήσει πόλεμο με το Πακιστάν».

Τέτοιες επιθετικές δηλώσεις αν εξεταστούν σε παράθεση με την παρελθόντα πρόταση του πρώην Προέδρου Asif Ali Zardari για την εγκατάληψη της ιδέας του πρώτου πλήγματος πυρηνικών από την πλευρα του Πακιστάν, φανερώνουν έλλειψη της πολιτικής κατανόησης σχετικά με το θέμα.

 

Είναι ενδιαφέρον, το ότι η κατάσταση στην Ινδία είναι αρκετά παρόμοια με εκείνη του Πακιστάν, όπου, κατά καιρούς, μπορεί να εντοπιστεί ακόμα και από τους ειδικούς στα πυρηνικά θέματα.

 

Για παράδειγμα, ο Ινδός σχεδιαστής πυρηνικής στρατηγικής, Baharat Karnad, πριν από λίγα χρόνια στο βιβλίο του Η Πυρηνική πολιτική της Ινδίας, έγραψε ότι «Σε κάθε περίπτωση, η πακιστανική απειλή είναι σοβαρή χωρίς να είναι αξιόπιστη», υπονοώντας έτσι ότι, λόγω του γεογραφικού μεγέθους της Ινδίας και τον περιορισμένο αριθμό των πακιστανικών πυρηνικών όπλων, η Ινδία θα είναι σε θέση να επικρατήσει σε έναν πυρηνικό πόλεμο. Τέτοιοι ισχυρισμοί αντανακλούν μια εξαιρετικά επικίνδυνη νοοτροπία της βούλησης ενός κράτους να καταπολεμήσει έναν πυρηνικό πόλεμο.

 

Στη διεθνή πολιτική, τα κράτη θεωρούνται ορθολογικοί δρώντες με πρωταρχικό σκοπό τουσ την επιβίωση τους σε συμβατά περιβάλλοντα με τον υπολογισμό του κόστους ή οφέλους των προβλεπόμενων ενεργειών τους. Ως εκ τούτου, η σκέψη της εμπλοκής και του θριάμβου σε έναν πυρηνικό πόλεμο δεν θεωρείται λογική από την άποψη των διεθνών κανόνων. Παραδόξως, τα πυρηνικά όπλα εξακολουθούν να αποτελούν ζωτικό στοιχείο για τη διασφάλιση της αξιοπιστίας της πυρηνικής αποτροπής. Η μη χρήση των πυρηνικών όπλων από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Σοβιετική Ένωση, ακόμη και μετά από τις αντίστοιχες ήττες τους στο Βιετνάμ και το Αφγανιστάν δείχνει ακριβώς ότι τα πυρηνικά όπλα δεν εγγυώνται μια στρατιωτική νίκη, αλλά μάλλον μόνον αποθαρρύνουν τους λογικούς φορείς διεθνών σχέσεων από τη εκτέλεση επιθετικών πράξεων ή ενεργώντας τουλάχιστον με επιφύλαξη προς τρίτους έχοντας αντιληψη των συμφερόντων του κράτους.

Απολογιστικά, τα πυρηνικά όπλα δεν είναι όπλα για χρήση σε πόλεμο, αλλά περισσότερο εξυπηρετούν μόνο πολιτικές σκοπιμότητες. Ο Kenneth Waltz υποστήριξε ότι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν μόνο για σκοπούς αποτροπής εφόσον η πραγματική χρήση τους συνεπάγεται εξόντωση, ένα κόστος, που θεωρείται πολύ υψηλό σε οποιαδήποτε περίπτωση. Γενικά θεωρείται ότι δεν θα υπάρξουν νικητές μετά από έναν πυρηνικό πόλεμο, όπως τονίζεται επίσης από τον Herman Kahn ότι, μετά από έναν πυρηνικό πόλεμο, οι ζωντανοί θα ζηλεύουν τους νεκρούς.

 

Μια μελέτη που διεξήχθη από Διεθνείς Δρώντες για την Πρόληψη του Πυρηνικού Πολέμου το 2012 προειδοποιεί επίσης ότι πάνω από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι σε όλο τον κόσμο θα μπορούσαν θεωρητικά να πεθάνουν από την πείνα λόγω του οικολογικού κόστους ενός πυρηνικού πολέμου.

 

Δυστυχώς, η έλλειψη ακαδημαϊκής εργασίας πάνω σε θέματα πυρηνικής ενέργειας στη Νότια Ασία, και η εξάρτησή της από υλικό που δημοσιεύεται στη Δύση, εισήγαγε μερικές αναλογίες Ψυχρού Πολέμου όπως περιορισμένο πυρηνικό πόλεμο ή τακτικά πυρηνικά όπλα και άλλα. Κάτι που πραγματικά δεν συνδέεται με την προοπτική της Νότιας Ασίας. Ως εκ τούτου, πολλοί πολιτικοί απεικονίζουν το στρατηγικό περιβάλλον της Νότιας Ασίας σε ένα ψυχροπολεμικό πλαίσιο.

 

Η άρνηση διαπραγμάτευσης της Ινδίας σε μεγάλα εκκρεμή ζητήματα, όπως το Kashmir και το Siachin, και οι ταυτόχρονες επιχειρήσεις τεχνασμάτων κατά μήκος της Γραμμής Ελέγχου, καταδεικνύουν την αδυναμία της να κατανοήσει το στρατηγικό περιβάλλον της Νότιας Ασίας μετα το 1998. Οι πρόσφατες αποκαλύψεις της ινδικής ομάδας ενορχήστρωσης επιθέσεων στο Νέο Δελχί και τη Βομβάη από έναν Ινδό υπάλληλο, παράλληλα με την επίγνωση του πρώην αρχηγού του Στρατού της Ινδίας, Vijay Kumar Singh, για την υποστήριξη των τρομοκρατικών ομάδων στο Βελουχιστάν (συνδυασμένη με μία εξαιρετικά αποσταθεροποιητική στρατηγική " αιφνιδιαστικών προληπτικών επιχειρήσεων ") προκαλεί την Ινδία για την την επίδειξη περαιτέρω σύνεσης.

 

Το Πακιστάν, εκτός από την παροχή στήριξης σε μαχητές στην ταραγμένη περιοχή του Kashmir, έχει το δικό του στίγμα στην διαμάχη του Kargil το 1999. Έχει επικριθεί επίσης για την ανάπτυξη μιας πυρηνικής απάντησης έναντι χαμηλού επιπέδου απειλών εντός ενός συνδρόμου δράσης-αντίδρασης απέναντι στην ινδική προληπτική αντίδραση. Μια απάντηση που θα μπορούσε να βγει εκτός ελέγχου κατά τη διάρκεια μιας κλιμάκωσης και, επομένως, να οδηγήσει σε μια πυρηνική ανταλλαγή.

 

Έτσι, ο ορθολογισμός των δρώντων της Νότιας Ασίας είναι αμφισβητήσιμος κατά καιρούς, παρά το γεγονός ότι και οι δύο έχουν δείξει αυτοσυγκράτηση στις εξελισσόμενες κρίσεις, είτε λόγω εξωτερικών πιέσεων είτε λόγο της επικρατούσας ισορροπίας του τρόμου. Εντάσεις που ανανεώνονται στην Γραμμή Ελέγχου και η πρακτική της επίρριψης ευθυνών προσφέρουν μια ζοφερή πρόγνωση για το μέλλον, αν και τα δύο κράτη εξακολουθούν να αρνούνται να επιλύσουν τις διαφορές τους μέσω του διαλόγου.

 

Το Πακιστάν σήμερα είναι στραμμένο βαθιά στα εσωτερικά οικονομικά του προβλήματα και τα προβλήματα ασφαλείας και έτσι είναι εξαιρετικά απίθανο να προκαλέσει την Ινδία δεδομένης μιας ειρηνικής κατάστασης στην Γραμμή Ελέγχου. Αντιθετικά, μια τέτοια εξέλιξη θα συνέφερε την Ινδία και θα της παρείχε μία επιπλέον δυνατότητα να πιέσει το Πακιστάν σε μια προσπάθεια να ζητήσει παραχωρήσεις σχετικά με τα θέματα που σχετίζονται με την τρομοκρατία και το Kashmir. Μια τέτοια δύσκολη κατάσταση για το Πακιστάν γίνεται επίσης ευνοϊκή για την πολιτική "του ασιατικού άξονα" των Η.Π.Α., η οποία έφερε το Πακιστάν πιο κοντά στην αυξανόμενη ρωσο-κινεζική συνεννόηση, επιδεινώνοντας έτσι τους τριγμούς στο Νέο Δελχί και την Ουάσινγκτον.

 

Ως εκ τούτου, τέτοιες ελεγχόμενες εντάσεις στη Νότια Ασία όχι μόνο διευκολύνουν τους Ινδούς πολιτικούς στην επίτευξη των περιφερειακών στόχων τους, αλλά και επίσης δικαιολογούν τη συνεχή παρέμβαση των ΗΠΑ στην περιοχή. Όμως, τέτοια παίγνια διατηρούν πάντα ένα σοβαρό κίνδυνο να τεθούν εκτός ελέγχου αποσταθεροποιώντας ολόκληρη την περιοχή, όπως έχει παρατηρηθεί στην περίπτωση της εισβολής στο Ιράκ από τις αμερικανικές δυνάμεις.

 

Για να αποδείξουν πραγματικά ότι οι πυρηνικοί αντίπαλοι της Νότιας Ασίας είναι ορθολογικοί δρώντες, η Ινδία και το Πακιστάν θα πρέπει να χαράξουν έναν ισχυρό μηχανισμό ελέγχου κλιμάκωσης και να αποφευχθεί η αλόγιστη επίδειξη και τα παίγνια που περιλαμβάνουν τον κίνδυνο να ξεφύγει η κατάσταση από τον έλεγχο.

 

Η Ινδία πρέπει να βγει από την κατάσταση άρνησης αναγνωρίζοντας το αμφιλεγόμενο ζητήμα του Kashmir, υπό το πρίσμα των διεργασιών του ΟΗΕ. Η υιοθέτηση μιας πολιτικής καταπίεσης και αδικίας στο Kashmir, ενώ αναμένουν την ειρήνη ως αποτέλεσμα, θα παραμείνει πάντα μια αυταπάτη για τους φορείς χάραξης της ινδικής πολιτικής. Το Πακιστάν πρέπει, επίσης, να διατηρήσει την ευελιξία του κατά τη διαπραγμάτευση αυτού του χρονίζοντος ζητήματος. Το ζήτημα του Kashmir πρέπει να επιλυθεί, διαφορετικά θα μπορούσε να υποκινήσει έναν πυρηνικό πόλεμο στη Νότια Ασία, χωρίς νικητές, αλλά μόνο με «ζωντανούς που εκλιπαρούν να πεθάνουν». Το καθεστώς του Kashmir να είναι επίμαχη περιοχή θα έχανε το νόημά του σε ένα τέτοιο απαισιόδοξο σενάριο.

 

http://www.atimes.com/atimes/South_Asia/SOU-03-011113.html