Ποιος μιλά σήμερα για την Συρία

Χριστόδουλος Κ.Γιαλλουρίδης

Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής

Κοσμήτορας Σχολής Διεθνών Σπουδών,

Επικοινωνίας και Πολιτισμού

Παντείου Πανεπιστημίου

Εδώ και μερικούς μήνες παρακολουθεί αμήχανα το ακυβέρνητο σκάφος της υφηλίου μια ακόμα ενεργό και καταστροφική σε όλα τα επίπεδα σύγκρουση, για την οποία οι μεγάλες δυνάμεις της διεθνούς πολιτικής έχουν ως προς την γένεση, κυρίως όμως την ανάπτυξή της, μεγάλες ευθύνες.

Το πρόβλημα δεν συνίσταται μόνο στους άδικους θανάτους αθώων, αλλά και τις καταστροφικές συνέπειες που επιφέρει ο πόλεμος στην οργανωμένη κοινωνία, τον πολιτισμό και κυρίως το μέλλον των ανθρώπων που ζουν εκεί, αλλά και στις επιπτώσεις που έχει η συνέχιση αυτής της αιματηρής εμφύλιας σύρραξης στην διεθνή πολιτική, στα θέματα ειρήνης, διεθνούς και περιφερειακής ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένου κυρίως του ζητήματος ενεργειακής ασφάλειας, από την οποία εξαρτάται η οικονομία και η ποιότητα του υλικού πολιτισμού μας τις επόμενες δεκαετίες στην Ευρώπη και διεθνώς.

Είχαμε την ευκαιρία να υπογραμμίσουμε και στο παρελθόν πως η εκδήλωση αυτής της μορφής και μεγέθους διεθνών προβλημάτων, που άπτονται της παγκόσμιας ειρήνης, αναδεικνύουν ευκαιριακά, αλλά αρκούντως αποκαλυπτικά, την ανικανότητα των παραγόντων και θεσμών της διεθνούς πολιτικής, ακόμα και σήμερα μετά από δύο παγκόσμιους, καταστροφικούς πολέμους και τον τεσσαρακονταετή ακήρυκτο Ψυχρό Πόλεμο, πως το διεθνές σύστημα κρατών δεν καταφέρνει να δημιουργήσει τους όρους και τις προϋποθέσεις επιβολής, που θα το καθιστούσε ικανό να επιβάλει κατά τρόπο ενιαίο, καθολικό και αδιαίρετο το διεθνές δίκαιο και την διεθνή δικαιοσύνη παντού, όπου παραβιάζεται, ανεξαρτήτως του ποιος το παραβιάζει.

Ούτε η ίδια η Ευρώπη που εξαρτάται άμεσα από τις συνθήκες ειρήνης και ενεργειακής ασφάλειας της περιοχής που πλήττεται στην δίνη του εμφυλίου δεν μπορεί να αναπτύξει μια στοιχειώδη πρωτοβουλία ειρήνευσης και διαπραγμάτευσης που να ξεπερνά τον Πούτιν και τον Ομπάμα. Ίσως μάλιστα η Ελλάδα που προεδρεύει τούτη την περίοδο και μέχρι τα τέλη Ιουνίου, να χάνει μια μοναδική ευκαιρία να συμβάλει στην εκδήλωση μιας ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας για την ουκρανική κρίση, υπερβαίνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο την εικόνα της απόλυτης εσωστρέφειας και διεθνούς ανυπαρξίας.

Όμως, παρά ταύτα, πρέπει να υπογραμμίσουμε την παραδοχή κάθε σοβαρού διεθνούς αναλυτή που αντιλαμβάνεται τον κόσμο σε μια ρεαλιστική προσέγγιση της δομής κρατών με συμφέροντα και διεκδικήσεις, πως η υπόθεση της διεθνούς δικαιοσύνης και της παγκόσμιας πολιτικής διακυβέρνησης αποτελεί μουσική του απώτερου μέλλοντος. Πρόκειται για μια προσδοκία που γεννήθηκε από την εμφάνιση του μοντέρνου κράτους πριν από τριακόσια και πλέον χρόνια με βασικούς κήρυκες της ιεράς υπόθεσης μιας παγκόσμιας, διαρκούς ειρήνης ως νομοτέλεια της πορείας της ανθρωπότητας, τον Καντ, τον Ρουσσώ και τον W.Wilson. Οι πραγματικότητες της πολιτικής διαψεύδουν ακατάπαυστα και αξιόπιστα αυτού του είδους τις αθεράπευτες προσδοκίες.

Ο ρεαλισμός μας υπαγορεύει την αποτύπωση της πραγματικότητας, η οποία συνίσταται στις κρατικές οντότητες που είναι οργανωμένες κοινωνίες συμφερόντων, που διεκδικούν πολλές φορές αδίκως ζητήματα που άπτονται συμφερόντων και δικαιωμάτων άλλων, όπου η ισχύς επιβάλλεται και κατά τον διαχρονικά επίκαιρο Θουκυδίδη, οι αδύναμοι υποχωρούν και υποτάσσονται.

Στην Ανατολική Ουκρανία ο ρωσόφωνος πληθυσμός διεκδικεί την αυτοδιάθεση και την ενσωμάτωσή του προς την ρωσική ομοσπονδία, γιατί αισθάνονται την υποστήριξη μιας μεγάλης και ισχυρής χώρας. Αυτή η υποστήριξη δεν χρειάζεται να δίνεται άμεσα και ενόπλως, αρκεί η αίσθηση της πολιτικής στήριξης από μια αξιόπιστη μεγάλη δύναμη, όπως είναι η Μόσχα. Το Σλαβιάνσκ, το Λουγκάνσκ, το Ντονέτσκ και οι άλλες πόλεις που αιματοκυλίζονται στη σύγκρουσή τους με το Κίεβο, αποτελούν παραδείγματα πρακτικής της διεθνούς πολιτικής, όπου οι άνθρωποι και οι κοινωνίες συγκρούονται, πολεμούν για αξίες και ιδανικά, όπως πιστεύουν, υπερασπιζόμενοι το δικαίωμα της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας.

Διερωτάται όμως κανείς γιατί αυτό που θα συμβεί λίγο αργότερα στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης, που θα οδηγήσει σε μια προδιαγεγραμμένη από τώρα συμφωνία, να μην είχε επιτευχθεί εξαρχής σε μια απευθείας συνεννόηση Ομπάμα και Πούτιν, ώστε να αποφευχθεί η καταστροφική διάσταση της πολιτικής που επιβάλλει ένας ανώφελος πόλεμος.

Η ανικανότητα των παραγόντων της διεθνούς πολιτικής να συνομιλήσουν εγκαίρως και προληπτικά, έτσι ώστε να αποτρέψουν πολεμικές αναμετρήσεις και εμφύλιες διαμάχες στις απαρχές του 21ου αιώνα, είναι πασιφανής και εξαιρετικά ανησυχητική για το μέλλον της ανθρωπότητας. Η Ουκρανία κινδυνεύει να ακολουθήσει το παράδειγμα της Συρίας, η οποία κατεστράφη ολοσχερώς, έχασε ένα μεγάλο μέρος του ανθρώπινού της δυναμικού, ισοπεδώθηκαν ολόκληρες πόλεις που αποτελούσαν μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς. Αυτός ο λαός, αυτή η χώρα, αφέθηκαν στο έλεος ενός δικτάτορα και μιας ισλαμικής τρομοκρατικής οργάνωσης. Το χειρότερο όμως που συμβαίνει στους μικρούς και αδυνάτους λαούς είναι να τους χρησιμοποιούν, να παίρνουν την δύναμη της ζωής και του μέλλοντός τους οι μεγάλες δυνάμεις, ικανοποιώντας συνήθως τακτικισμούς στρατηγικών συμφερόντων και στο τέλος να τους εγκαταλείπουν αβοήθητους, μόνους, ταπεινωμένους και εξουθενωμένους στην μοίρα τους.

Ποιος μιλά σήμερα για την Συρία; Παίχτηκαν παιχνίδια συμφερόντων, περιφερειακές και διεθνείς στρατηγικές που οδήγησαν την χώρα στον όλεθρο. Οι τρίτοι πήραν αυτό που ήθελαν και εγκατέλειψαν την χώρα και τους ανθρώπους της. Έτσι συμβαίνει πάντα σε συγκρούσεις της διεθνούς πολιτικής, όταν μικροί και αδύνατοι λαοί αφήνονται στο έλεος των διεθνών συμφερόντων.