Ο μύθος του Ισλαμικού Κράτους

06042016-1.jpg

Η ιστορία μιας πολιτικής ιδέας
Mohammed Ayoob

Η ανακήρυξη του ISIS περί ενός ισλαμικού κράτους [1] θέτει ένα θεμελιώδες ερώτημα: Πότε και πώς αυτή η ιδέα έγινε μέρος του πολιτικού λεξιλογίου [2] των μουσουλμανικών κοινωνιών; Στο κάτω-κάτω, η ιδέα δεν ήταν πάντα τριγύρω, και η δημοτικότητά της αυξο-μειωνόταν με την πάροδο του χρόνου. Στην πραγματικότητα, η ανάδειξη και η δημοτικότητά της είναι συνδεδεμένη με τις ειδικές συνθήκες στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν οι μουσουλμανικές κοινωνίες αντέδρασαν στην ευρωπαϊκή αποικιοκρατία.

Όσο οι Μουσουλμάνοι ηγεμόνες κυβερνούσαν επί μουσουλμανικών εδαφών, ανεξάρτητα του πόσο αυθαίρετα, η έννοια ενός ισλαμικού κράτους ήταν αδρανής, αν όχι ανύπαρκτη. Αν και η έννοια της σαρία υπήρχε στο μουσουλμανικό πολιτικό λεξιλόγιο, ο νόμος της σαρία συνήθως περιοριζόταν σε προσωπικά θέματα όπως ο γάμος, το διαζύγιο και η κληρονομιά. Το σώμα του ποινικού και αστικού δικαίου θεωρήθηκε ότι ορθώς δημιουργήθηκε και έτυχε διαχείρισης από τα κράτη. Σε έναν από τους μεγαλύτερους Οθωμανούς Σουλτάνους, τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή, μέχρι που δόθηκε ο τίτλος Qanuni (νομοθέτης) ως απόδειξη του γεγονότος ότι μεγάλο μέρος της νομικής σφαίρας φυσικά εξέφευγε από το πεδίο εφαρμογής της σαρία.

Η κανονική τάξη των πραγμάτων χάλασε μόλις οι μη μουσουλμανικές δυνάμεις ήρθαν να κυβερνήσουν επί των περισσότερων μουσουλμανικών κοινωνιών στην εποχή της αποικιοκρατίας. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έθεσαν ως στόχο να καθορίσουν αυστηρά αποικιακά σύνορα, εκεί όπου τα σύνορα ήταν προηγουμένως ρευστά, και έθεσαν νομική ιερότητα στις γραμμές που χάραξαν στους χάρτες. Στα προ-σύγχρονα κράτη, η νομιμότητα είχε βασιστεί στην κατάκτηση και την ικανότητα υπεράσπισης των εδαφών. Τα κράτη ήταν επίσης μινιμαλιστικά από την άποψη της εισβολής τους στην ζωή των υπηκόων τους. Αντιθέτως, η νομιμότητα του αποικιακού κράτους στηριζόταν όχι μόνο στην κατάκτηση και την κατοχή του εδάφους, αλλά και στην ικανότητά του, σύμφωνα με το πρότυπο των ευρωπαϊκών εθνών-κρατών, να συνδέει διαφορετικά θέματα σε μια ομοιογενή μάζα μέσω μιας κοινής γλώσσας, ενός κοινού νομικού συστήματος, και της παροχής βασικών υπηρεσιών, ως αντάλλαγμα για φόρους και άλλους πόρους.

Η άφιξη της αποικιοκρατίας ξεκίνησε την αναζήτηση της απάντησης στο τι πήγε στραβά στα μουσουλμανικά εδάφη, δηλαδή, το πώς η φυσική τάξη των πραγμάτων -δηλαδή, η μουσουλμανική εξουσία πάνω σε μουσουλμανικά εδάφη- ανατράπηκε. Μια από τις πιο δημοφιλείς απαντήσεις, αλλά και η πιο απλοϊκή, ήταν ότι η φυσική τάξη κατέρρευσε γιατί οι Μουσουλμάνοι δεν ήταν πλέον πιστοί στις βασικές αρχές του Ισλάμ. Ο μόνος τρόπος για να διορθωθεί αυτή η κατάσταση, έλεγε το σκεπτικό, ήταν να επιστρέψουν στην αγνή εποχή του Ισλάμ, την περίοδο των Σαλαφ-αλ-Σαλίχ (δίκαιων προγόνων), που καλύπτουν τις τέσσερις πρώτες δεκαετίες από την ίδρυση της μουσουλμανικής πολιτείας το 622 , όταν ο προφήτης Μωάμεθ και οι άμεσοι διάδοχοί του άσκησαν την εξουσία. Αυτή η λαχτάρα για επιστροφή στο αγνό Ισλάμ περιλαμβάνει την επαναδημιουργία του εν λόγω πολιτικού συστήματος της ονειρικής χρυσής εποχής. Αυτές οι ιδέες μπολιάστηκαν στο (όλο και πιο κυρίαρχου ευρωπαϊκού στυλ) έθνος-κράτος, δημιουργώντας την υβριδική έννοια του ισλαμικού κράτους, ή μάλλον του ισλαμικού έθνους-κράτους.

Η παρόρμηση να δημιουργηθεί ένα ισλαμικό κράτος ενισχύθηκε περαιτέρω κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, καθώς κοσμικά, μετά την ανεξαρτησία καθεστώτα στον μουσουλμανικό κόσμο -πολιτικά αυταρχικά, οικονομικά αναποτελεσματικά και ηθικά πτωχευμένα- απέτυχαν να προσφέρουν ισχύ, πλούτο ή αξιοπρέπεια στους λαούς τους. Το σύνθημα «Το Ισλάμ είναι η λύση» κέρδισε αξία ακριβώς επειδή κάθε άλλο μοντέλο διακυβέρνησης φάνηκε να έχει αποτύχει. Και έτσι η «χρυσή εποχή» και το «χαλιφάτο» παρεισέφρησαν στον πολιτικό λόγο του μουσουλμανικού κόσμου.

ΚΡΑΤΟΣ ΑΝΤΙΦΑΣΕΩΝ

Κατά την διαδικασία της κατασκευής σύγχρονων ισλαμικών κρατών, όμως, οι υποστηρικτές των ιδεών αυτών έτειναν να αποσιωπούν τα εγγενή προβλήματα και τις εσωτερικές αντιφάσεις του σχεδίου. Το πιο σημαντικό από αυτά ήταν, φυσικά, το γεγονός ότι το ισλαμικό κράτος είναι μια ιδέα δανεισμένη από τις εμπειρίες της Δύσης και, ως εκ τούτου, δεν είχε καμία βάση στις ιστορικές εμπειρίες του μουσουλμανικού κόσμου. Περαιτέρω, αγνόησαν το πρόβλημα ότι η φαντασιακή χρυσή εποχή ήταν ουσιαστικά μη-αναπαραγόμενη επειδή όλες οι [θεϊκές] αποκαλύψεις έληξαν με τον θάνατο του προφήτη και έτσι η θεία καθοδήγηση στις πολιτικές και κοινωνικές υποθέσεις δεν ήταν πλέον δυνατή.

Ίσως ακόμα πιο ανησυχητικά, η χρυσή εποχή δεν ήταν καν ιδιαίτερα χρυσή. Τρεις από τους τέσσερις πρώτους χαλίφηδες (τους Rashidun, ή «ορθώς καθοδηγούμενους») δολοφονήθηκαν, κάτι που είναι από μόνο του ένας δείκτης υψηλής πολιτικής αστάθειας. Πολιτικές και κοινωνικές ρωγμές μεταξύ των ιθαγενών της Μεδίνα και των μεταναστών από την Μέκκα, και, πιο σημαντικό, οι διαφορές μεταξύ των ελίτ της Μέκκας -ειδικά μεταξύ των Banu Umayya και των Banu Hashim, των δύο ισχυρών οικογενειών της Qureish, της φυλής του προφήτη- μαστίζουν την περίοδο, και οι εμφύλιοι πόλεμοι σύντομα έγιναν καθημερινή συνήθεια. Τελικά, οι συγκρούσεις αυτές κατέληξαν στην δημιουργία του θεολογικού χάσματος μεταξύ σουνιτών και σιιτών [3].

Εν τω μεταξύ, η ταχεία επέκταση της αραβο-μουσουλμανικής αυτοκρατορίας δημιούργησε τις δικές της διαιρέσεις και αδυναμίες, ιδιαίτερα καθώς η «αραβική» αυτοκρατορία υπό τους Umayyad έγινε «μουσουλμανική» αυτοκρατορία υπό τους Αββασίδες με την εισαγωγή Περσών και Τούρκων προυχόντων στην πολιτική και στρατιωτική ελίτ. Από τα μέσα του 10ου αιώνα, ο χαλίφης βασίλευε μόνο κατ’ όνομα με τους τοπικούς πολέμαρχους, κυρίως τουρκικής καταγωγής, να κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος της δύναμης.

Μαχητές από το Ισλαμικό Κράτος (ISIS) κρατούν τα όπλα τους καθώς στέκονται πάνω σε ποσότητες κατασχεμένων τσιγάρων πριν τους βάλουν φωτιά στην πόλη της Raqqa, στις 2 Απριλίου 2014. REUTERS
--------------------------------------------

Σίγουρα, η έννοια του χαλιφάτου, που έγινε σημαντική ως ένας τρόπος για να κρατηθεί συνεκτική η κοινότητα μετά τον θάνατο του προφήτη Μωάμεθ, εξακολουθεί να είναι σημαντική, τουλάχιστον στην θεωρία. Αλλά υπάρχουν λίγα που να υπονοούν ότι ήταν πάντα αναπόσπαστο μέρος της πρακτικής του Ισλάμ. Πέραν του ότι είναι δύσκολο να δικαιολογηθεί ως έννοια από το Κοράνι, έχει μια εξαιρετικά πολυκύμαντη ιστορία. Η διαδοχή μετά τον θάνατο του προφήτη ήταν μια πολύ πιο περίπλοκη υπόθεση από όσο δείχνουν οι δημοφιλείς αγιογραφικές καταγραφές. Υπήρχαν τουλάχιστον τρεις πλευρές που ανταγωνίζονταν για την εξουσία εκείνες τις ημέρες: Οι ηγέτες της Ανσάρ (οι φυλές της Μεδίνα)˙ οι ηγέτες των προσφύγων της Μέκκας, κυρίως από την φυλή Quraish, από την οποία αναδείχθηκε ο Μωάμεθ˙ και η αποσχισθείσα ομάδα εκείνων από την Μέκκα οι οποίοι, με την υποστήριξη μερικών από την Μεδίνα, υποστήριξαν ότι η διαδοχή θα πρέπει να παραμείνει μέσα στην οικογένεια του προφήτη και ότι ο Ali ibn Abi Talib, ο ξάδελφος και γαμπρός του προφήτη, ήταν ο νόμιμος κληρονόμος.

Αυτή η έχθρα έγινε συνυφασμένη με μια προ-ισλαμική αντιπαλότητα μεταξύ των Banu Hashim, η συγκεκριμένη γενιά του προφήτη, στην οποία ανήκε ο Ali, και των Banu Umayya, οι οποίοι κατείχαν ένα μεγάλο μέρος της δύναμης στην παγανιστική Μέκκα πριν να εκδιωχθούν από τους νικηφόρους Μουσουλμάνους που επέστρεφαν από την Μεδίνα. Οι περισσότεροι ηγέτες των Banu Umayya προσηλυτίστηκαν στο Ισλάμ μετά την κατάκτηση της Μέκκας από τους Μουσουλμάνους, πολλοί ενδεχομένως για να σώσουν την ζωή τους. Οι πολιτικά οξυδερκείς Banu Umayya τελικά βρήκαν τον δρόμο τους. Η δύναμή τους αυξήθηκε, καθώς συμμάχησαν με άλλες μουσουλμανικές φατρίες, σε μεγάλο βαθμό μέσω της χρήσης της κρατικής εξουσίας και της πατρωνίας. Αυτή η συμμαχία αργότερα αναδείχθηκε ως η πλειοψηφούσα φατρία στο Ισλάμ γνωστή ως Σουνίτες.

Ο θεσμός του χαλιφάτου, που πλέον διεκδικείτο από τους Umayya για τον εαυτό τους, ως εκ τούτου μετατράπηκε σε αυθαίρετη κληρονομική διακυβέρνηση. Ενδεχομένως θα είχε χάσει την νομιμότητά του στα μάτια των πιστών αν δεν ήταν υπήρχε η πρόταση που προπαγανδίστηκε από τους ulema, τους θρησκευτικούς μελετητές, ότι η διακυβέρνηση των Umayya ήταν νόμιμη. Ο στόχος των ulema με αυτή την πράξη ήταν να αποφύγουν το χάος στην ακόμη πρωτόπειρη αραβική μουσουλμανική κοινότητα. Χρησιμοποίησαν τον στίχο από το Κοράνι «Εσείς που έχετε πιστέψει, υπακούτε τον Αλλάχ και υπακούτε τον αγγελιαφόρο και εκείνους που βρίσκονται στην εξουσία ανάμεσά σας» για να δικαιολογήσουν ακόμα και την πιο αυθαίρετη και άδικη εξουσία. Η δικαιοσύνη, με άλλα λόγια, θυσιάστηκε για να διατηρηθεί η τάξη, μια πρόταση που έγινε το ορόσημο της σουνιτικής πολιτικο-θρησκευτικής σκέψης για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα εφ’εξής.

Το κληρονομικό χαλιφάτο των Αββασιδών ακολούθησε την εξουσία των Umayya. Η κύρια συμβολή του ήταν ότι είδε τις απαρχές ενός ορθολογικού γραφειοκρατικού κράτους, χάρη στην επιρροή της πρόσφατα εισελθούσας περσικής ελίτ˙ ήταν επανδρωμένη ουσιαστικά με Πέρσες αξιωματούχους. Ωστόσο, εισήγαγε επίσης την περσική ιδέα της βασιλείας (zille -Ilahi, της σκιάς του Θεού στην γη) αυξάνοντας έτσι περαιτέρω τον αυθαίρετο και αυταρχικό χαρακτήρα του κράτους.

Ο θεσμός του χαλιφάτου, πλέον βασισμένος στην διττή αρχή της ισχύος και της κληρονομικότητας, υποβαθμίστηκε περαιτέρω από τα μέσα του 10ου αιώνα με την άνοδο των τουρκο-περσικών στρατιωτικών φέουδων. Η φαντασία του χαλιφάτου διατηρήθηκε, αλλά η πραγματική εξουσία βρισκόταν στους κυρίως Τούρκους σουλτάνους που κυβέρνησαν ανοιχτά στην βάση της αρχής ότι η δύναμη δημιουργεί δίκαιο, με τον χαλίφη να επενδύει σε αυτούς εκ των υστέρων, με το δικαίωμα να κυβερνά επί του εδάφους που εκείνοι ήλεγχαν ήδη μέσω της ισχύος.

Ήταν μόνο όταν εξασθένισε η οθωμανική ισχύς [4] κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα (κάτι που συμπίπτει με το ξεκίνημα της διαίρεσης των οθωμανικών εδαφών από τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις) που ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Β’ άρχισε να τονίζει τον ρόλο του Οθωμανού σουλτάνου ως χαλίφη του Ισλάμ. Χρησιμοποίησε τον ρόλο του ως χαλίφη για να ενισχύσει την νομιμοποίησή του στους Μουσουλμάνους υπηκόους του και να υποκινήσει εξέγερση μεταξύ των Μουσουλμάνων υπηκόων των ευρωπαϊκών δυνάμεων που απειλούσαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στο τέλος, οι Οθωμανοί ηττήθηκαν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, και η νέα κυβέρνηση της Τουρκίας, υπό την ηγεσία του Μουσταφά Κεμάλ, κατάργησε τον θεσμό του χαλίφη το 1924.

Όμως, τα συναισθήματα που ο Αβδούλ Χαμίτ είχε βοηθήσει να απελευθερωθούν, άντεξαν. Αντι-αποικιοκρατικά κινήματα, μερικά από αυτά περιγραφόμενα ως τζιχάντ, μαίνονταν στην Αλγερία [5], την Αίγυπτο [6], στα βορειοδυτικά της Ινδίας [7], την Ινδονησία [8], το Σουδάν [9], την Σομαλία [10] και αλλού. Οι κινήσεις αυτές επικεντρώθηκαν κυρίως στην αμφισβήτηση της ευρωπαϊκής διακυβέρνησης και στην επίτευξη της ανεξαρτησίας εντός των διακριτών πρωτο-κρατών που σχηματίστηκαν από τα αποικιοκρατικά σύνορα. Ωστόσο, δανείστηκαν επίσης σε μεγάλο βαθμό από την ισλαμική ορολογία για να κινητοποιήσουν τους πληθυσμούς τους κατά της ευρωπαϊκής εξουσίας. Αυτό έθεσε το σκηνικό για την ανάδειξη πιο ρητά ισλαμιστικών κινημάτων αποφασισμένων να μετατρέψουν τις κοινωνίες τους σε ισλαμικές κοινωνίες και τις πολιτείες τους σε ισλαμικά κράτη.

Αρκετά μεγάλα πολιτικά κινήματα, όπως η Μουσουλμανική Αδελφότητα στην Αίγυπτο [11] και η Jamaat-e-Islami στο Πακιστάν [12] (που αρχικά ήταν Ινδία), που επιδίωξαν ειδικά να εξισλαμίσουν τις κοινωνίες και τις πολιτείες τους, προέκυψαν κατά την διάρκεια της αποικιακής περιόδου και συνέχισαν να δραστηριοποιούνται στην εποχή μετά την ανεξαρτησία, σε αντίθεση με τις σχετικά κοσμικές ελίτ που πήραν την εξουσία μετά την αποχώρηση των αποικιακών κυβερνητών. Ωστόσο, η έννοια που δίδουν στο ισλαμικό κράτος σε μεγάλο βαθμό οριοθετείται από τα όρια του έθνους-κράτους που είχε προκύψει μετά το τέλος της αποικιοκρατίας. Η εποχή των πολλών ισλαμικών κρατών είχε πλέον φτάσει, με την λογική του κυρίαρχου έθνους-κράτους να συμπεριλαμβάνει το ισλαμικό περιεχόμενο.

ΕΝΤΟΣ ΠΛΑΙΣΙΟΥ

Σήμερα, σε όλο τον κόσμο, κάθε υποτιθέμενο μοντέλο ισλαμικού κράτους είναι διακριτικό και είναι ένα προϊόν ειδικού πλαισίου -και κάθε ένα τάσσεται υπέρ της εφαρμογής ενός ισλαμικού πολιτεύματος μέσα σε διακριτά εθνικά σύνορα. Αυτό έδωσε ελάχιστο περιθώριο στην ιδέα ενός καθολικού και ομοιόμορφου ισλαμικού κράτους. Δεν υπάρχουν δύο κράτη που να είναι τόσο ανόμοια μεταξύ τους, όπως η Σαουδική Αραβία και το Ιράν, τα δύο κορυφαία αυτοαποκαλούμενα ισλαμικά κράτη. Η Σαουδική Αραβία βασίζεται στο μοντέλο μιας κληρονομικής μοναρχίας που εξυπηρετείται καλά από μια υποταγμένη θρησκευτική ελίτ στην οποία έχει δοθεί ελεύθερη κυριαρχία στον πολιτιστικό και τον κοινωνικό τομέα, ως αντάλλαγμα για να κηρύττει πολιτική υπακοή και υπακοή στον Οίκο των Σαούντ.

Η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν θεωρεί την ιδέα της κληρονομικής μοναρχίας ως ανάθεμα και θεμελιωδώς μη-ισλαμική. Προτιμά να κυβερνά μέσω μιας ψευδο-ισλαμικής εκδοχής του φιλοσόφου-βασιλιά του Πλάτωνα, που ενδύεται το vilayet-i-faqih (διακυβέρνηση από τον υπέρτατο νομικό), η οποία, σύμφωνα με πολλούς ανώτερους Σιίτες θεολόγους, παραβιάζει τις βασικές αρχές της σιιτικής θεολογίας. Η αυθαιρεσία του ιρανικού συστήματος μετριάζεται κάπως από τα αντιπροσωπευτικά όργανα, όπως το Majlis και μια εκλεγμένη προεδρία. Ωστόσο, αυτή η υβριδικότητα δημιουργεί τα δικά της προβλήματα και ανοίγει το σύστημα στην κριτική από αμφότερους τους παραδοσιακούς και τους μοντερνιστές –τους πρώτους που βρίσκουν το σύστημα πάρα πολύ Δυτικό και τους δεύτερους πολύ απαρχαιωμένο.

Αυτό που δείχνουν τα ιστορικά και σύγχρονα παραδείγματα είναι ότι δεν υπάρχει συναίνεση για το πώς θα έπρεπε να μοιάζει ένα ιδανικό ισλαμικό κράτος, ούτε υπάρχει κάποια πειστική απόδειξη ότι οι «δίκαιοι πρόγονοι» διατύπωσαν ποτέ ένα τέτοιο όραμα. Αντί γι’ αυτό, το Ισλάμ χρησιμοποιείτο και χρησιμοποιείται και κακοποιείται από τους κυβερνήτες, προκειμένου να αυξήσουν την νομιμοποίησή τους. Όπου και όποτε ένα κράτος αυτοαποκαλείται ισλαμικό, είναι η κοσμική εξουσία, όχι η θρησκευτική, που βρίσκεται στην θέση του οδηγού. Το μάθημα που αντλεί κάποιος από όλα αυτά είναι ότι το Ισλάμ πρέπει να γλιτώσει από το κράτος, όχι ότι το κράτος θα πρέπει να γίνει το όχημα για την επιβολή των ισλαμικών κανόνων.

Όποτε και όπου το κράτος γίνεται το μόνο αποθετήριο της ισλαμικής σοφίας, όπως στην Σαουδική Αραβία και το Ιράν, το Ισλάμ γίνεται υπόδουλο των ηγεμόνων, κάτι που απειλεί τον ουσιαστικό ρόλο του ως πηγή της κοινωνικής ηθικής και εμπόδιο στην εκάστοτε εξουσία. Τα ιστορικά στοιχεία και η σύγχρονη εμπειρία δείχνουν έτσι ότι ο όρος «Ισλαμικό Κράτος» είναι ένα οξύμωρο σχήμα που θα πρέπει να διαγραφεί από το πολιτικό λεξιλόγιο των μουσουλμανικών κοινωνιών, κάτι που η τελευταία ενσάρκωση του ISIS σε Ισλαμικό Κράτος καθιστά απολύτως σαφές.

Copyright © 2016 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/2016-04-03/myth-islamic-state

Σύνδεσμοι:
[1] http://foreignaffairs.com/tags/isis
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/middle-east/2014-11-19/myth-cali...
[3] https://www.foreignaffairs.com/articles/middle-east/2016-01-25/truth-abo...
[4] https://www.foreignaffairs.com/reviews/capsule-review/2012-01-01/shatter...
[5] http://foreignaffairs.com/regions/algeria
[6] http://foreignaffairs.com/regions/egypt
[7] http://foreignaffairs.com/regions/india
[8] http://foreignaffairs.com/regions/indonesia
[9] http://foreignaffairs.com/regions/sudan
[10] http://foreignaffairs.com/regions/somalia
[11] https://www.foreignaffairs.com/articles/egypt/2016-01-17/brotherhood-bre...
[12] https://www.foreignaffairs.com/articles/pakistan/2015-08-18/unworthy-ally

foreignaffairs.gr/articles/70758/mohammed-ayoob/o-mythos-toy-islamikoy-kratoys