Οι ΗΠΑ χρειάζονται πραγματικά έναν μεγάλο στρατό;

Μετάφραση- Επιμέλεια: Όλγα Αριστείδου

Του Andrew J. Bacevich (Καθηγητή Ιστορίας και Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης)

Οι στρατοί είναι όπως οι εφημερίδες. Έχουν γίνει οι αναχρονισμοί του 21ου αιώνα. Για να επιβιώσουν, πρέπει να προσαρμοστούν. Για τον Τύπο, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να συμβιβαστεί με τις απαιτήσεις τους διαδικτύου.

Για τον στρατό των Ηνωμένων Πολιτειών, σημαίνει προσαρμογή σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον ασφαλείας. Η νοσταλγία για το «ιερό» παρελθόν είναι μία πολυτέλεια, που ούτε οι στρατοί , ούτε οι εφημερίδες μπορούν να απολαύσουν.

Έτσι, το σχέδιο του Υπουργού Αμύνης Chuck Hagel περί μείωσης του στρατού, αν και προβλέψιμο, είναι ανούσιο. Αυτές οι περικοπές θα αφήσουν τις ΗΠΑ με τον μικρότερο εν ενεργεία στρατό , από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου κι έπειτα.

Οπότε;

Τώρα δεν είμαστε στο 1940. Επίσης, ένας μικρότερος στρατός θα ήταν πιο «θανάσιμος» από ότι ο πολύ μεγαλύτερος που βοήθησε στο να ηττηθεί η Ναζιστική Γερμανία και η Αυτοκρατορική Ιαπωνία. Αν δινόταν επιλογή στον στρατηγό (επί Β’ Π.Π.) George Patton να διαλέξει μεταξύ των μερικών εκατοντάδων σύγχρονων αρμάτων μάχης, τύπου Abrams, και των μερικών χιλιάδων παλαιότερων αρμάτων, τύπου Shermans, σίγουρα δεν θα δίσταζε να διαλέξει τα πρώτα.

Κάποιες πιο σχετικές ερωτήσεις είναι οι εξής: Χρειαζόμαστε μερικές δεκάδες άρματα μάχης επιπλέον; Και για ποιο λόγο; Στην έκθεση του για το 2012 στο Κογκρέσο, το ανώτερο επιτελείο του στρατού χαρακτήρισε την υπηρεσία ως «την δύναμη του έθνους για αποφασιστικές δράσεις». Στην αντίστοιχη έκθεση για το 2013, την χαρακτήριζαν ως «εγγύηση για την επιδεξιότητα και προσαρμοστικότητα για Αποτροπή, Σχεδιασμό και Νίκη.»

Ωστόσο, κρίνοντας εκ των αποτελεσμάτων, ο Στρατός δεν είναι μία δύναμη για αποφασιστική δράση. Δεν μπορούμε να βασιστούμε σε αυτόν για να πετύχουμε οριστικά αποτελέσματα, σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, οι ενέργειες που στιγμιαία φάνηκαν να είναι καθοριστικές , ουσιαστικά αποτέλεσαν το προοίμιο παρατεταμένων και ατελέσφορων πολέμων. Όσον αφορά στην πρόληψη, τον σχεδιασμό και την νίκη, σίγουρα εμφανίζονται ως καύχημα, όπως οι διαφημιστές των εφημερίδων, που υπόσχονται ότι θα τετραπλασιάσουν την κυκλοφορία της εφημερίδας.

Η ενασχόληση της Ουάσινγκτον με θέματα προϋπολογισμού, παρέχει στους Αρχηγούς του Στρατού ( και σε ολόκληρο το Σώμα Ασφαλείας) την δικαιολογία να

αποφεύγουν βασικά ερωτήματα. Το πιο πιεστικά από αυτά είναι: Τι θα πρέπει το Έθνος να περιμένει από τις Ένοπλες Δυνάμεις;

Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, και ιδιαίτερα μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, οι προσδοκίες για τις δυνατότητες του στρατού έχουν αυξηθεί σημαντικά. Η άμυνα αυτή κάθε αυτή, εμφανίζεται ως δεύτερη σκέψη και επισκιάζεται από την πεποίθηση ότι η προβολή ισχύος είναι το κλειδί για την μετατροπή του κόσμου από αυτό που είναι σε αυτό που η Ουάσινγκτον θα ήθελε να είναι: μεθοδικός, προβλέψιμος, με σεβασμό προς τις αμερικανικές αξίες και ευλαβικός προς τα δικαιώματα και τα προνόμια των ΗΠΑ.

Ο «Πόλεμος κατά της Τρομοκρατίας» έθεσε τα παραπάνω σε δοκιμασία, με απογοητευτικά αποτελέσματα. Στέλνοντας χερσαίες δυνάμεις, επέφερε απώλειες και επιπλοκές, και όχι ειρήνη και αρμονία. Δεν έκανε τίποτα για να ενισχύσει το κύρος και την φήμη των ΗΠΑ. Και ως μέσο κατασκευής μίας θετικής πολιτικής αλλαγής, ο αμερικανικός στρατός αποδείχθηκε ανεπαρκής. Και δεν αναφερόμαστε στους στρατιώτες μας, των οποίων οι επιδόσεις ήταν αξιοθαύμαστες, αλλά σε αυτούς που έκαναν τον σχεδιασμό και διαχειρίστηκαν με λάθος τρόπο τους πολέμους στους οποίους έστειλαν τους Αμερικανούς στρατιώτες να πολεμήσουν.

Οι Αμερικανοί σήμερα, δεν είναι διατεθειμένοι να επιδοθούν περαιτέρω σε αυτό το πείραμα. Με έντονη την προτίμηση του στα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και στις Ειδικές Δυνάμεις, ο Πρόεδρος Ομπάμα υποστηρίζει σιωπηρά την γνώμη των πολιτών, ακόμα κι αν αυτός ο αυτοσχέδιος τρόπος πολέμου στερείται σοβαρής στρατηγικής λογικής.

Το κύριο στρατιωτικό «μάθημα» που παρέχει ο Πόλεμος ενάντια στην Τρομοκρατίας, επιβεβαιώνει αυτό που θα έπρεπε να είναι και το κυριότερο μάθημα του Ψυχρού Πολέμου: η δύναμη που παρέμενε σε ετοιμότητα είχε μεγαλύτερη πολιτική χρησιμότητα από την δύναμη που ξοδευόταν. Οι στρατοί είναι κατάλληλα προετοιμασμένοι για υπεράσπιση και αποτροπή, αλλά η εισβολή και κατοχή μίας ξένης χώρας είναι γεμάτη ρίσκα.

Πρόκειται για το Δόγμα Μπους, απλά αντεστραμμένο: αντί να εμπλεκόμαστε σε προληπτικό πόλεμο , χρησιμοποιούμε τα στρατεύματά μας μόνο αφού έχουμε εξαντλήσει τις υπόλοιπες εναλλακτικές. Εφόσον η προσέγγιση αυτή συνεχίζεται (κι αυτό μπορεί να γίνεται για δεκαετίες), η προβολή ισχύος των ΗΠΑ θα έρθει υπό την μορφή επιθέσεων με βόμβες και πυραύλους, που υπάγονται στην αρμοδιότητα των ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων.

Ποιος είναι ο ρόλος, λοιπόν, του Στρατού των Ηνωμένων Πολιτειών; Ο αξιότιμος και απαραίτητος για την υπεράσπιση της χώρας. Για τον λόγο αυτό, και δεδομένης της απουσίας μεγάλης απειλής στα σύνορα με τον Καναδά και το Μεξικό, ένας μικρότερος στρατός αρκεί.

http://www.washingtonpost.com/opinions/do-we-really-need-a-large-army/2014/02/27/ed3028a2-9f10-11e3-9ba6-800d1192d08b_story.html