Η Αλεξανδρέττα του 21ου αιώνα

Χριστόδουλος Κ.Γιαλλουρίδης

Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής

Κοσμήτορας Σχολής Διεθνών Σπουδών,

Επικοινωνίας και Πολιτισμού

Παντείου Πανεπιστημίου

Εκεί όπου οι ηγεσίες των χωρών δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να κατανοήσουν και να ενσωματώσουν στις πολιτικές τους τα διδάγματα που θα έπρεπε να αποκομίσουν εν είδει μαθημάτων και παραδειγμάτων προς αποφυγή επαναλήψεως τραγωδιών που συνέβησαν στο παρελθόν, αποτυπώνεται η συνέχεια μιας ιστορικά εγκληματικής τάσης που υποδηλώνει φάρσα, αντικατοπτρίζει όμως τις πραγματικότητες μιας τραγωδίας.

 

Ο Κάρολος Μαρξ αναφερόμενος στην ανακυκλούμενη εμφάνιση γεγονότων στην ιστορία, ανέφερε την αποφθεγματικού χαρακτήρα ρήση ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται την πρώτη φορά ως τραγωδία και την δεύτερη ως φάρσα. Δυστυχώς, πρέπει να υπογραμμίσουμε πως η ιστορία όντως επαναλαμβάνεται προκαλώντας μείζονες τραγωδίες, εθνικές καταστροφές και ανθρώπινα δράματα ανείπωτου πόνου, όπου αντανακλώνται και σε λεηλασίες πολιτισμού και πνευματικής κληρονομιάς, που συνιστούν την ταυτότητα των ατόμων και των λαών.

Θυμόμαστε σήμερα την Αλεξανδρέττα στην κοντινή μας Συρία. Η Κύπρος βιώνει ένα κλιμακούμενο δράμα και ενώ πλησιάζει η τεσσαρακοστή επέτειος της τραγωδίας που επιχειρεί να ανατρέψει την ιστορία με την εισβολή του Αττίλα, η τουρκική πολιτική ακολουθώντας τα βήματα της δικής της ιστορικής πορείας επιθετικών κατακτήσεων και παραβίασης κάθε κανόνα δικαίου, μετατρέπει σήμερα την Κύπρο σταδιακά σε Αλεξανδρέττα του 21ου αιώνα.

Η ιστορία της Αλεξανδρέττας έχει πολλές ομοιότητες στα δομικά, θεσμικά και πολιτικά της χαρακτηριστικά με την Κύπρο και το Κυπριακό Πρόβλημα, όπως γεννήθηκε από το 1950 και εντεύθεν. Η Αλεξανδρέττα, μετέπειτα τουρκικά Hatay, ανεδείχθη σε ένα από τα προβλήματα του Μεσοπολέμου και της πορείας της Συρίας για ανεξαρτητοποίηση από την γαλλική επικυριαρχία, όπου η Τουρκική Εθνοσυνέλευση με την διακήρυξή της του 1921 στην πορεία οικοδόμησης του τουρκικού κράτους, την διεκδίκησε από την Γαλλία και βεβαίως την Συρία, παρά το γεγονός πως η πλειοψηφία των κατοίκων της περιοχής ήσαν Άραβες και οι Τούρκοι ήσαν μειονότητα.

Η Τουρκία με την βοήθεια του γαλλικού παράγοντα ενεπλάκη στην διεκδίκηση της περιοχής και κατάφερε από το 1936 μέχρι το 1939, απούσης της διεθνούς κοινότητας της τότε Κοινωνίας των Εθνών, προκατόχου του σημερινού Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, να αναλάβει την στρατιωτική εγγύηση της περιοχής και σιγά-σιγά εποικίζοντας την Αλεξανδρέττα με Τούρκους και με την χρήση της στρατιωτικής δύναμης που βρισκόταν εκεί, να επιβάλει στο πλαίσιο ενός διεξαχθέντος από πάση άποψη διάτρητου δημοψηφίσματος, την ανεξαρτητοποίηση της περιοχής και την σταδιακή ενσωμάτωσή της στην Τουρκική Δημοκρατία το 1939 εν τέλει.

Λεπτομέρειες αυτής της συνωμοσίας της Τουρκίας με τον τότε διεθνή παράγοντα εις βάρος της Συρίας και του διεθνούς δικαίου, βρίσκει κανείς στην επιστημονικά θεμελιωμένη ανάλυση του αείμνηστου καθηγητή Νεοκλή Σαρρή στο βιβλίο του «Η Εξωτερική Πολιτική της Πρώτης Τουρκικής Δημοκρατίας». Εκεί διαπιστώνει κανείς με μεγάλη θλίψη και οργή τις ομοιότητες που παρουσιάζει η τουρκική πολιτική, όχι μόνο σε σχέση με την Συρία, την Κύπρο και άλλες περιοχές που μπορεί να έρθουν, αλλά και την κοντόφθαλμη, τυχοδιωκτική πολιτική του διεθνούς παράγοντα, που προσεγγίζει ευκαιριακά την Τουρκία, καθιστάμενος εξαγοράσιμος από μικροσυμφέροντα εις βάρος της μεγάλης εικόνας του κόσμου.

Ταυτόχρονα, διαπιστώνουμε για πολλοστή φορά την ανευθυνότητα και την ανικανότητα των ηγεσιών του Ελληνισμού, που δεν σχεδιάζουν, δεν προβλέπουν και δεν είναι εις θέση να διαχειρίζονται το παρόν και το μέλλον του Ελληνισμού ως Ελλάδας και Κύπρου, επαφιόμενες σε προσωρινές κινήσεις που καταδεικνύουν μόνο ένα πολιτικό οπορτουνισμό εξυπηρετούντα κατά το μάλλον ή ήττον, πελατειακές σχέσεις που δεν έχουν καμία σχέση με την ιστορία και τον πολιτισμό της χώρας.

Γιατί κάναμε όλη αυτή την αναδρομή σε μια περίοδο που η Μέση Ανατολή εξαιτίας της ισλαμικής επέλασης απειλεί την μετα-ψυχροπολεμική τάξη πραγμάτων στην εύφλεκτη και γεωπολιτικά κρίσιμη αυτή περιοχή του κόσμου; Γιατί ακριβώς πληροφορηθήκαμε πρόσφατες «πληθυσμιακές» καταμετρήσεις της αναλογίας πληθυσμού μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων στην Κύπρο, όπου ενώ ουδέποτε στην ιστορία της Κύπρου, ακόμα και επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το τουρκομουσουλμανικό στοιχείο δεν υπερέβη το 20%, σήμερα εμφανίζεται να είναι σχεδόν ίσο με αυξητικές τάσεις έναντι των Ελλήνων, πράγμα που δεν οφείλεται στην φυσική και νόμιμη αύξηση των τουρκοκυπρίων, αλλά στον διαρκώς αυξανόμενο, βίαιο εποικισμό του Βορρά, ο οποίος σύμφωνα με συγκεκριμένα στατιστικά δεδομένα, φτάνει τις 700.000!!

Η Τουρκία ακολουθεί από το 1974 μια συστηματική πολιτική εποικισμού της κατεχόμενης Κύπρου, με στόχο να την μετατρέψει σε νέα Αλεξανδρέττα, δημιουργώντας συνθήκες προσάρτησης. Αυτό σημαίνει τεράστιες ευθύνες για αυτούς που προϋπήρξαν και αυτούς που βρίσκονται και σήμερα στην πολιτική ηγεσία Κύπρου και Ελλάδος. Είναι μια καμπάνα τεράστια που προειδοποιεί για ένα επερχόμενο έγκλημα εις βάρος της ιστορίας και του πολιτισμού, εις βάρος του διεθνούς δικαίου και της προοπτικής επιβίωσης του Ελληνισμού στην ιστορική του διαδρομή.

Πώς αντιμετωπίζεται μια τέτοια επικίνδυνη εξέλιξη, η οποία αν αφεθεί να συνεχίσει αυτή την προδιαγεγραμμένη πορεία, το μέλλον της Κύπρου, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε συμφωνίας για την επίλυση του Κυπριακού, θα είναι απολύτως προβλέψιμο: Η Κύπρος θα μετατραπεί σταδιακά σε ένα τουρκικό προτεκτοράτο με τουρκική πλειοψηφία, η οποία θα καθορίζει με δημοκρατικές διαδικασίες, δηλαδή αυτό που μέχρι τώρα απαγορεύθηκε στους Έλληνες, την διακυβέρνηση του τόπου. Βεβαίως, αυτή η απώλεια της Κύπρου θα έχει πολύ σοβαρές ευρύτερες επιπτώσεις, όχι μόνο στην Κύπρο, αλλά και στην Μέση Ανατολή, στο Αιγαίο και την Θράκη. Η Ελλάς θα συρρικνωθεί έτι περαιτέρω και θα δορυφοροποιηθεί από την Τουρκία. Μπορούμε όμως να αλλάξουμε αυτή την πορεία, δεδομένου ότι τίποτα στην ιστορία δεν είναι νομοτελειακό, και να μετατρέψουμε την επαπειλούμενη φαρσοτραγωδία

σε ανατροπή του σκηνικού υπέρ του δικαίου, της ιστορίας, του πολιτισμού και του μέλλοντος της Κύπρου.

Αυτό σημαίνει σχεδιασμό, στρατηγική και παγκόσμια κινητοποίηση φίλων και συμμάχων υπέρ των δικαίων του Κυπριακού Ελληνισμού. Πρόκειται για την μάχη της επιβίωσης και τον αγώνα που οφείλουμε σε αυτούς που έφυγαν και σε αυτούς που έρχονται. Η Αλεξανδρέττα χάθηκε γιατί κανείς δεν έθεσε τότε το θέμα των εποίκων και της τεχνητής, βίαιης αλλοίωσης του πληθυσμού, γιατί η Συρία δεν αναζήτησε συμμαχίες τότε, όπως κάνει πρόσφατα, θα λέγαμε με επιτυχία, γιατί τότε δεν υπήρχε κανένας διεθνής θεσμός, στον οποίο να μπορέσει σοβαρά η πλευρά των αδικημένων να απευθυνθεί και να ζητήσει στήριξη, καθώς και γιατί δεν αποτελούσε μέρος της διεθνούς πολιτικής η διεθνής δημοσιότητα, η οποία σήμερα είναι ζώσα, αποτελεσματική και μπορεί να κινητοποιηθεί υπέρ των εν δικαίω ευρισκομένων λαών.