Αυστραλία και Ιαπωνία: οι «άγνωστοι» άγνωστοι

Australia and Japan: The Unknown Unknowns

 Απόδοση-Επιμέλεια: Αριστέα Τσαμαδιά
Η Αυστραλία και η Ιαπωνία έχουν αποκτήσει στενότερη σχέση ως προς τα ζητήματα ασφάλειας ήδη από τα μέσα του 2000. Ο πρώτος υπουργικός Τριμερής Στρατηγικός Διάλογος μεταξύ των δύο χωρών και των Ηνωμένων Πολιτειών, πραγματοποιήθηκε το 2006, και μια Κοινή Διακήρυξη σχετικά με τη Συνεργασία για την Ασφάλεια, υπεγράφη το 2007.  

Ωστόσο, η συνεργασία για την ασφάλεια μεταξύ της Αυστραλίας και της Ιαπωνίας-μέχρι πρόσφατα- είχε περιοριστεί σε «μη παραδοσιακά» ζητήματα.
Αποτέλεσε έκπληξη ωστόσο, όταν έγινε γνωστό στα μέσα του 2014, ότι η Αυστραλία θα μπορούσε να αγοράσει υποβρύχια από την Ιαπωνία. Η εξαγωγή ιαπωνικών υποβρυχίων ή τεχνολογίας για κατασκευή υποβρυχίων στην Αυστραλία, θα μπορούσε να επεκτείνει τη διμερή τους σχέση στο πεδίο της «άμυνας Αιχμής». Επιπλέον, καθώς τα υποβρύχια είναι ανάμεσα στις περισσότερο «στενά φρουρούμενες» στρατιωτικές τεχνολογίες, αυτή η αγορά, θα μπορούσε να αντανακλά ένα αξιοσημείωτο επίπεδο εμπιστοσύνης και αλληλεξάρτησης ανάμεσα στην Ιαπωνία και την Αυστραλία.
Αναρωτιέμαι αν η Ιαπωνία είχε καταλάβει πού ενεπλάκη. Από όλους τους πιθανούς τομείς συνεργασίας με την Αυστραλία, τα υποβρύχια είναι το πιο φορτισμένο. Η Αυστραλία έχει κατάφωρα κακοδιαχειριστεί την κατασκευή υποβρυχίων τα τελευταία 20 χρόνια, και τα αρχικά της βήματα να αντικαταστήσει τον τρέχοντα στόλο της υπήρξαν καθυστερημένα και τυχαία.
Τα σχέδια της κυβέρνησης του Abbott για τα μελλοντικά υποβρύχια δεν ήταν ξεκάθαρα στην αρχή, αλλά στα μέσα του 2014, διαδόθηκαν φήμες ότι η επόμενη γενιά υποβρυχίων της Αυστραλίας, θα κατασκευάζονταν στην Ιαπωνία. Παρόλο που δεν είχε επιβεβαιωθεί ποτέ, πολλοί παρατηρητές συμπέραναν ότι είχε επιτευχθεί μια συμφωνία πίσω από κλειστές πόρτες ανάμεσα στον Abbott και τον Ιάπωνα πρωθυπουργό Shinzo Abe.
Όποια κι αν είναι η ανάγνωση της κατάστασης, η εσωτερική πολιτική της Αυστραλίας, σύντομα προκάλεσε μια χαοτική κατάσταση. Η καταρρέουσα δημοτικότητα του Abbott, θέτει τον ίδιο εν κινδύνω έξωσης το Φεβρουάριο, αναγκάζοντας τον να ανοίξει το σχεδιασμό των υποβρυχίων σε έναν ευρύτερο ανταγωνισμό. Ο λόγος: άλλοι πιθανοί προμηθευτές, ήταν περισσότερο διατεθειμένοι να κατασκευάσουν τα σκάφη στην Αυστραλία παρά στην Ιαπωνία. Ο στόχος ήταν να βρεθεί δουλειά για τα κρατικής ιδιοκτησίας ναυπηγεία της Νότιας Αυστραλίας. Έτσι, λοιπόν ξεκίνησε ένας τριμερής διαγωνισμός ανάμεσα στη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ιαπωνία. Τελικά, η Ιαπωνία είχε ξεκαθαρίσει ότι είχε τη βούληση και τη δυνατότητα να κατασκευάσει τα σκάφη στην Αυστραλία.
Η διαδικασία ανταγωνιστικής αξιολόγησης που προέκυψε (CEP) εστιάζει στα εχέγγυα των υποψήφιων προμηθευτών με μοναδικά ζητούμενα –και μόνον- τα πρωτότυπα σχέδια και τους πρόχειρους προϋπολογισμούς κόστους – στην ουσία ένα «διαγωνισμό ομορφιάς». Σε κάθε περίπτωση, η κυβέρνηση δεν δεσμεύεται από τα ευρήματά της- απλά θα ανακοινώσει την απόφασή της. Το να απορρίψει τις εισηγήσεις από το Υπουργείο Άμυνας δεν θα ήταν κάτι καινούριο. Η κυβέρνηση Howard είχε αγνοήσει μια εισήγηση για την αγορά ενός γερμανικού μαχητικού συστήματος για τα υποβρύχια Collins «πάνω σε στρατηγική βάση» και μετατοπίστηκε προς μια λύση βασισμένη στις ΗΠΑ.
Μια απόφαση αναμενόταν στις αρχές του 2016, αλλά ενδέχεται να καθυστερήσει μετά την ανάληψη της ηγεσίας από τον Malcolm Turnbull το Σεπτέμβριο.
Η πρόκληση για τον Turnbull, θα είναι να εξισορροπήσει τις εμπορικές και τεχνικές εισροές που θα συλλέξει από την CEP, με τις στρατηγικές επιπτώσεις της ιαπωνικής επιλογής. Και μην απατάστε. Μια απόφαση υπέρ της Ιαπωνίας, θα έχει απτές στρατηγικές επιπτώσεις. Θα επισπεύσει τη στρατιωτική ομαλοποίηση της Ιαπωνίας και θα στείλει ένα αμφιλεγόμενο μήνυμα τόσο στο Πεκίνο όσο και στην Ουάσιγκτον για τη βούληση της Αυστραλίας και της Ιαπωνίας να εργαστούν από κοινού.
Αυτό που συμβαίνει στην Ιαπωνία, χαλαρώνει τον ανταγωνισμό; Θα ξαναγίνει η σχέση όπως ήταν προηγουμένως, φιλική, βασισμένη στη συμπάθεια, αλλά με τη συνεργασία να περιορίζεται μόνο σε μη παραδοσιακά ζητήματα ασφάλειας; Αυτό θα ήταν πολύ αισιόδοξο. Η Ιαπωνία μετατοπίστηκε από μια θέση εφησυχασμού για να προσφέρει υποβρύχια στην Αυστραλία, και απαιτήθηκε μια νομοθετική αλλαγή για να γίνει αυτό εφικτό. Σε αντάλλαγμα, η κυβέρνηση της Αυστραλίας φέρθηκε στην καλύτερη περίπτωση με απρόβλεπτο ( στην πραγματικότητα ανεύθυνο) τρόπο μετακινούμενη άκομψα ώστε να ικανοποιήσει τοπικιστικά συμφέροντα με λογική συνοικιακού παντοπώλη.
Το κρίσιμο ερώτημα, στην έκταση που η συμφωνία για τα υποβρύχια συνελήφθη ως στρατηγική πρωτοβουλία από την πλευρά της Ιαπωνίας, σε αντίθεση με τη συνήθη, εμπορική. Αν πρόκειται καθαρά για εμπορικό ζήτημα, μια απώλεια θα ήταν απλά απογοητευτική. Αλλά το ένστικτό μου μου λέει ότι η αρχική συμφωνία είχε να κάνει περισσότερο με στρατηγική παρά με χρήματα,– και μια ενδοκυβερνητική ολιστική λογική προσέγγισης από την Ιαπωνία συμβαδίζει με μια τέτοια αξιολόγηση. Αν έχω δίκιο, μια ιαπωνική απώλεια θα μπορούσε να αντιστοιχήσει , ή τουλάχιστον να γίνει αντιληπτή, ως την απόρριψη από την Αυστραλία μιας στενότερης στρατηγικής σχέσης με την Ιαπωνία.
Αντίστροφα, αν η Ιαπωνία κερδίσει τον διαγωνισμό, θα μπορούσε αυτό να γίνει αντιληπτό από πολλούς ως άλλη μια κίνηση στο μεγάλο παιγνίδι που εκτυλίσσεται στον δυτικό ειρηνικό: «ένας άξονας μέσα στον άξονα» που ενισχύει τη θέση των ΗΠΑ στην περιοχή, μέσω μιας στρατηγικής επαναπροσέγγιση ανάμεσα στους δύο συμμάχους-κλειδιά.
Ενώ πιστεύω ότι η ιαπωνική προσφορά υποβρυχίων στην Αυστραλία θεμελιώθηκε στην επιθυμία για στενότερους στρατηγικούς δεσμούς, είμαι λιγότερο σίγουρος σχετικά με την τρέχουσα θέση της Αυστραλίας. Από τη μία πλευρά του φάσματος, είναι καθαρά μια εμπορική συμφωνία. Από την άλλη, είναι μια ουσιαστική στρατηγική συνεργασία στο πλαίσιο μιας περιφέρειας που βρίσκεται υπό την αυξανόμενη πίεση της κινεζικής «αυτοπεποίθησης».
Η οπτική της κυβέρνησης Turnbull δεν είναι ξεκάθαρη. Πιθανώς, πρέπει η ίδια να διαμορφώσει την άποψή της, και μπορεί να μην το πράξει μέχρι να αναγκαστεί να πάρει μια απόφαση για τα υποβρύχια.
Υπάρχουν δύο σχολές σκέψεις σχετικά με το αν η στενότερη στρατηγική σχέση με την Ιαπωνία θα μπορούσε να ενδιαφέρει την Αυστραλία. Η θέση κατά της στενότερης συνεργασίας με την Ιαπωνία, υποστηρίχθηκε ευκρινώς από τον Kevin Rudd, ο οποίος υποστήριξε ότι μια τυπική αμυντική συμφωνία με την Ιαπωνία θα δεσμεύσει «χωρίς να υπάρχει η ανάγκη» τα συμφέροντα ασφάλειας της Αυστραλίας με τις περιπέτειες ενός άγνωστου πολιτικού μέλλοντος στη Βορειοανατολική Ασία. Καθώς μια τυπική συμφωνία δεν βρίσκεται στο τραπέζι, η επιθυμία να αποφευχθεί ακόμα και μια σιωπηρή συνεννόηση, παραμένει ισχυρή σε κάποιους κύκλους της αμυντικής σκέψης της Αυστραλίας.
Πράγματι, παρά τη συμμαχία με τις ΗΠΑ, η επιφυλακτική προσέγγιση του Rudd συμπίπτει με την αμυντική πολιτική της Αυστραλίας από την αρχή του 1970.. Υπό το πρόσχημα του δόγματος της άμυνας της Αυστραλίας, η Canberra έχει από καιρό απορρίψει κάθε δέσμευση εκτός αυτών που προέβλεπε ξεκάθαρα το σύμφωνο του ANZUS. Αν ο Turnbull ασπασθεί αυτόν τον τρόπο σκέψης, μια πλησιέστερη στρατηγική σχέση με την Ιαπωνία, θα προσεγγιστεί με ταραχή. Αν εναντιωθεί εντελώς, σε μια ιαπωνικής συμφωνία για τα υποβρύχια, αυτό θα σήμαινε ότι οποιαδήποτε συμφωνία θα έπρεπε να περιέχει μόνο εμπορικούς όρους, ώστε να περιορίσει κάθε σιωπηρό στρατηγικό αντάλλαγμα. Η επιφυλακτικότητα για μια στενότερη στρατηγική σχέση μεταξύ Αυστραλίας και Ιαπωνίας θα ενισχυθεί από την τάση των ΜΜΕ της Αυστραλίας και κάποιων αναλυτών, να ανησυχούν σχετικά με το ενδεχόμενο προσβολής της Κίνας και των πιθανών επακόλουθων οικονομικών αντιποίνων.
Δεν μοιράζονται όλοι τους φόβους του Rudd. Η θέση υπέρ της ενίσχυσης των δεσμών με την Ιαπωνία, είναι ότι η Αυστραλία δεν μπορεί να μείνει στην άκρη όσο η ισορροπία ισχύος στο Δυτικό Ειρηνικό γέρνει υπέρ της Κίνας σε βάρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Μπορεί να υποστηριχθεί, ότι η Αυστραλία έχει την ανάγκη να σταθεί δίπλα στις ΗΠΑ και τους άλλους συμμάχους τους στην περιοχή για να επιβλέψει την υφέρπουσα κινεζική ηγεμονία. Φυσικά, αυτό προϋποθέτει ότι μια επίδειξη ενότητας, θα μετριάσει την κινεζική συμπεριφορά αντί να καταστήσει περισσότερο δύσκολη την ανάσχεσή της από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους.
Σε αυτό το σημείο, είναι αδύνατο να προβλέψουμε πού θα καταλήξει η κυβέρνηση Turnbull αναφορικά με το ζήτημα των στενότερων στρατηγικών δεσμών ανάμεσα στην Αυστραλία και την Ιαπωνία. Ίσως, θα προσπαθήσει να περάσει την απόφαση για τα υποβρύχια ενώ θα τηρεί μια αμφιλεγόμενη στάση αναφορικά με τη στρατηγική της σχέση με την Ιαπωνία– ανεξάρτητα από το τι θα αποφασίσει να κάνει με τα υποβρύχια. Παρόλα αυτά, παρατηρητές στο Πεκίνο, την Ουάσιγκτον και το Τόκυο θα φτάσουν ο καθένας στο συμπέρασμά του σχετικά με την απόφαση. Με τον έναν τρόπο ή με τον άλλον, θα υπάρξουν πολλές ερμηνείες.
Ο Mark Thomson είναι senior αναλυτής για τα αμυντικά οικονομικά στο Ινστιτούτο Στρατηγικής Πολιτικής της Αυστραλίας. Αυτό το άρθρο είχε εκδοθεί για πρώτη φορά στο The Strategist, το blog του Ινστιτούτου Στρατηγικής Πολιτικής της Αυστραλίας, και αναπαράγεται με την ευγενική του άδεια.

Πηγή:
thediplomat.com/2015/11/australia-and-japan-the-unknown-unknowns/