Ένας καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης του βίαιου εξτρεμισμού

02082016-1.jpg

Γιατί το «business as usual» δεν θα λειτουργήσει
Khalid Koser και Eric Rosand

Υπάρχει κάτι παράδοξο που αναδύεται γύρω από τις παγκόσμιες προσπάθειες για την αντιμετώπιση του βίαιου εξτρεμισμού [1]. Στον απόηχο των τρομοκρατικών επιθέσεων στο Άντεν, στην Βαγδάτη, στην Ντάκα, στην Κωνσταντινούπολη, την Καμπούλ, τη Νίκαια, το Ορλάντο, και αλλού, η δημόσια συνειδητοποίηση του προβλήματος και η ανάγκη για την αντιμετώπισή του δεν ήταν ποτέ μεγαλύτερη.

Η σύνοδος κορυφής CVE (Countering Violent Extremism, Αντιμετώπιση του Βίαιου Εξτρεμισμού) που συγκάλεσε ο Λευκός Οίκος [2] το 2015 και οι συνεδριάσεις που ακολούθησαν, μαζί με την δημοσίευση τον Ιανουάριο του 2016 του σχεδίου δράσης του Γενικού Γραμματέα για την αποτροπή του βίαιου εξτρεμισμού [3], έχουν βοηθήσει να δομηθεί υποστήριξη υψηλού επιπέδου για μια αντίδραση με την συμμετοχή κυβερνήσεων, φορέων του ιδιωτικού τομέα και οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών. Χώρες από την Φινλανδία και την Κένυα μέχρι τον Καναδά και τη Νιγηρία έδωσαν προσοχή στην έκκληση που διατυπώνεται στο έγγραφο αυτό, αναπτύσσοντας τα δικά τους εθνικά σχέδια για να κατευθύνουν τους πληθυσμούς τους μακριά από τον βίαιο εξτρεμισμό [4]. Και τον Μάιο, το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ και η Αμερικανική Υπηρεσία για την Διεθνή Ανάπτυξη (U.S. Agency for International Development, USAID) δημοσιοποίησαν την πρώτη τους κοινή στρατηγική για την διεθνή CVE [5], κάτι που ενθαρρύνει την χρήση των παραδοσιακών εργαλείων ανάπτυξης [6] για να βοηθήσει τις κοινότητες να εντοπίσουν τα πρώιμα σημάδια της ριζοσπαστικοποίησης και να παρεμβαίνουν πριν ξεσπάσει η βία.

Ωστόσο, ακόμη και καθώς τα κράτη και οι διεθνείς Οργανισμοί έχουν αρχίσει να στρέφουν την προσοχή τους στην πρόληψη του βίαιου εξτρεμισμού, η χρηματοδότηση και οι οργανωτικές αδυναμίες περιορίζουν την πρόοδό τους. Είναι δύσκολο να βρεθεί αξιόπιστη χρηματοδότηση για τα προγράμματα CVE, και οι χορηγοί έχουν γενικά αποτύχει να συντονίσουν τις εισφορές τους και να αγκαλιάσουν την πειραματισμό που οι ειδικοί [7] υποστηρίζουν ότι είναι απαραίτητος για την πλήρη αξιοποίηση των προγραμμάτων CVE. Το αποτέλεσμα είναι ότι η αυξημένη προσοχή του κόσμου στον βίαιο εξτρεμισμό δεν έχει παραγάγει προγράμματα CVE που να είναι τόσο αποτελεσματικά όσο θα έπρεπε. Τα προβλήματα αυτά έχουν κάποιες σαφείς λύσεις, και οι δωρητές θα πρέπει να τις υιοθετήσουν γρήγορα.

ΔΕΙΞΤΕ ΤΟΥΣ ΤΟ ΧΡΗΜΑ

Η πιο άμεση δυσκολία που αντιμετωπίζουν τα προγράμματα CVE (Αντιμετώπισης του Βίαιου Εξτρεμισμού) είναι η έλλειψη χρηματοδότησης. Αυτό το πρόβλημα είναι πιο έντονο σε ορισμένες χώρες στην Αφρική, την Μέση Ανατολή και τη Νότια Ασία -ακριβώς τις περιοχές που έχουν πληγεί περισσότερο από τον βίαιο εξτρεμισμό- και περιορίζει την ικανότητα των κοινοτήτων στις περιοχές αυτές να αναλάβουν δράση κατά του εξτρεμισμού από μόνες τους. Τα περιορισμένα κονδύλια που κατευθύνουν οι δωρητές στα προγράμματα CVE συχνά καταλήγουν σε χώρους όπου έχει ήδη ξεσπάσει ο βίαιος εξτρεμισμός, όπως το Κέρας της Αφρικής, αφήνοντας πίσω χώρες όπου υπάρχουν ευκαιρίες για αποτελεσματικές προληπτικές δράσεις, όπως το Μπουρούντι [8] και η Σενεγάλη .

Η χρηματοδότηση για τα προγράμματα CVE προέρχεται συνήθως από τους προϋπολογισμούς ασφάλειας και ανάπτυξης. Από την πλευρά της ασφάλειας, η συντριπτική πλειοψηφία της χρηματοδότησης εξακολουθεί να υποστηρίζει τις παραδοσιακές Αρχές επιβολής του νόμου και τις προτεραιότητες των Υπηρεσιών πληροφοριών, όπως είναι τα προγράμματα κατάρτισης για τους εισαγγελείς και την αστυνομία. Λίγα κράτη ορίζουν ρητά πόρους για τις προσπάθειες CVE, και η χρηματοδότηση για τους επαγγελματίες που εδρεύουν σε κοινότητες και που βρίσκονται στο επίκεντρο της ατζέντας των CVE -κοινωνικοί λειτουργοί, σύμβουλοι ψυχικής υγείας, θρησκευτικοί ηγέτες, και ούτω καθεξής- έχουν έλλειψη πόρων. Φέτος, για παράδειγμα, το Τμήμα του αμερικανικού Γραφείου Αντιτρομοκρατίας και Καταπολέμησης του Βίαιου Εξτρεμισμού (U.S. Department of State’s Bureau of Counterterrorism and Countering Violent Extremism) αφιέρωσε λιγότερο από το 10% του προϋπολογισμού του για να υποστηρίξει έργα CVE υπό κοινοτική ηγεσία -και σε σχέση με άλλες χώρες, το ποσοστό αυτό είναι υψηλό. Αυτό έχει σημασία, διότι οι κοινότητες είναι πιο πιθανό να παρατηρήσουν τα πρώτα σημάδια της ριζοσπαστικοποίησης από όσο τα ξένα ιδρύματα και μπορούν να κατευθύνουν πιο αποτελεσματικά τους ευάλωτους ανθρώπους μακριά από την βία. Κάνοντας τα πράγματα χειρότερα, σε χώρες όπως η Αίγυπτος, η Αιθιοπία [9] και η Κένυα, οι Δυτικές κυβερνήσεις έχουν εμποδιστεί από αξιωματούχους οι οποίοι φοβούνται ότι τα κεφάλαια για CVE θα καταλήξουν να βοηθήσουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Και σε ορισμένες κοινότητες στην Μέση Ανατολή και την Βόρεια Αφρική, οι ντόπιοι ανησυχούν ότι οι Δυτικές πολιτικές, όπως η υποστήριξη σε ορισμένες καταπιεστικές κυβερνήσεις, θα μπορούσαν να καταλήξουν να ενθαρρύνουν την ριζοσπαστικοποίηση που η Ουάσιγκτον και οι σύμμαχοί της επιδιώκουν να αποτρέψουν.

Όσον αφορά την χρηματοδότηση της ανάπτυξης, εν τω μεταξύ, οι κυβερνητικοί δωρητές ήταν απρόθυμοι να μετατοπίσουν την υποστήριξή τους από μακροχρόνιες προτεραιότητες όπως η δημόσια υγεία και η μείωση της φτώχειας, προς τα προγράμματα CVE, τα οποία ορισμένοι υποστηρίζουν ότι θα μπορούσαν να πολιτικοποιηθούν, και ως εκ τούτου δημιουργούν τον κίνδυνο υπονόμευσης των παραδοσιακών αναπτυξιακών πολιτικών. Κάνοντας τα πράγματα χειρότερα, τα τελευταία χρόνια, τα αναπτυξιακά κονδύλια ενός αριθμού Δυτικών κρατών έχουν συρρικνωθεί [10], και στην Ευρώπη τα κράτη ανακατευθύνουν [11] μεγάλο μέρος των χρημάτων που είχαν προηγουμένως προορίσει για διεθνή βοήθεια προς τις προσπάθειες για την αντιμετώπιση της μεταναστευτικής κρίσης.

Η πρόσφατη απόφαση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) [12] να επιτρέψει στα κράτη-μέλη να θέσουν την χρηματοδότηση των CVE ως μέρος των ετήσιων στόχων της αναπτυξιακής βοήθειας, μαζί με την πρωτόγνωρη προθυμία της Παγκόσμιας Τράπεζας [13] για την υποστήριξη των προγραμμάτων που στοχεύουν στην αντιμετώπιση της κοινωνικής περιθωριοποίησης που οδηγεί στον βίαιο εξτρεμισμό, θα μπορούσαν να ενθαρρύνουν την ανάπτυξη Υπηρεσιών ώστε να διαθέσουν περισσότερα κονδύλια για CVE. Αυτές οι αλλαγές έχουν νομιμοποιήσει τις κρατικές δαπάνες ανάπτυξης για προσπάθειες CVE, αλλά οι περισσότεροι εθνικοί οργανισμοί ανάπτυξης είναι ακόμα χρόνια μακριά από το να υιοθετήσουν την ατζέντα της CVE. Έχουν τις δικές τους προτεραιότητες, και είναι απρόθυμοι να αποζημιώσουν αυτό που βλέπουν ως συνέπειες μιας αυστηρής προσέγγισης στην τρομοκρατία κατά την διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών, που έχει, σε ορισμένες περιπτώσεις, υποστηριχθεί από Δυτικές κυβερνήσεις.

ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΤΙΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΝΑ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ

Εν μέρει για να αντισταθμίσουν την δυσκολία της εξασφάλισης χρηματοδότησης από Δυτικούς χορηγούς, τα τελευταία χρόνια, οι κυβερνήσεις και τα Ηνωμένα Έθνη έχουν ζητήσει από τις επιχειρήσεις να υποστηρίξουν τις προσπάθειες CVE (Αντιμετώπισης του Βίαιου Εξτρεμισμού). Η υπόθεση [14] για την συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα είναι σαφής: Οι επιχειρήσεις θεωρούνται πολιτικά πιο ουδέτερες από όσο οι περισσότερες κυβερνήσεις, και ο βίαιος εξτρεμισμός αποτελεί σαφή απειλή για τον ιδιωτικό τομέα, δεδομένου ότι διαταράσσει τις αλυσίδες εφοδιασμού, στραγγίζει τις τοπικές δεξαμενές εργατικού δυναμικού, και θέτει σε κίνδυνο τους εργαζόμενους. Στον απόηχο των επιθέσεων στην Ντάκα νωρίτερα αυτόν τον μήνα, για παράδειγμα, ιαπωνικές επιχειρήσεις [15] όπως η Mitsubishi και η Toyota έχουν αποσύρει το απαραίτητο προσωπικό από το Μπαγκλαντές και μελετούν την αποκλιμάκωση των δραστηριοτήτων τους εκεί.

Παρά τους επιτακτικούς λόγους για την συμμετοχή του στις προσπάθειες CVE, ο ιδιωτικός τομέας ήταν απρόθυμος να ενταχθεί στην υπόθεση. Κατ’ αρχήν, η πολιτική γύρω από την αντιμετώπιση του βίαιου εξτρεμισμού είναι βεβαρημένη: Οι επιχειρήσεις είναι επιφυλακτικές στο να συνδέονται με προγράμματα στα οποία μερικές φορές γίνεται κατάχρηση από τις κυβερνήσεις για να κυνηγήσουν πολιτικούς αντιπάλους ή να στιγματίσουν μειονοτικές κοινότητες. Ούτε οι περισσότερες εταιρείες θεωρούν ευθύνη τους να υποκαταστήσουν τις κυβερνήσεις -κυρίως επειδή η πρόληψη της τρομοκρατίας μπορεί να φαίνεται σαν ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο με μικρή άμεση ή μετρήσιμη απόδοση. Μέχρι στιγμής, οι κύριες εξαιρέσεις σε αυτή την τάση είναι οι εταιρείες των social media και της τεχνολογίας [16], οι οποίες έχουν προσπαθήσει να αντιμετωπίσουν την τρομοκρατική προπαγάνδα που συχνά διαδίδεται στα δίκτυά τους, για παράδειγμα, με εθελοντική διαγραφή του περιεχομένου που δημοσιεύεται από τρομοκρατικές ομάδες ή με το κλείσιμο των λογαριασμών που απειλούν με, ή προωθούν την, τρομοκρατία.

Οι εταιρείες πέραν του τομέα της τεχνολογίας, θα πρέπει να αναγνωρίσουν ότι είναι προς το συμφέρον τους να «ανέβουν στο τρένο». Με την δημιουργία θέσεων εργασίας σε υψηλού κινδύνου κοινότητες ή προσφέροντας κατάρτιση και χρηματοδότηση στις τοπικές οργανώσεις, θα μπορούσαν να κάνουν πολλά για να σταματήσουν τον βίαιο εξτρεμισμό στην ρίζα του. Γενικότερα, για να ενισχύσουν τις κοινότητες που στοχεύουν οι στρατολόγοι της τρομοκρατίας [17], οι επιχειρήσεις θα πρέπει να κατευθύνουν μερικά από τα έργα τους για την εταιρική κοινωνική ευθύνη προς την ενίσχυση των γυναικών και των νέων και προς την ενθάρρυνση των σχέσεων μεταξύ των γενεών. Το Παγκόσμιο Ταμείο για την Συμμετοχή και την Ανθεκτικότητα των Κοινοτήτων [18] (Global Community Engagement and Resilience Fund, GCERF), το οποίο διευθύνει ένας από εμάς, ο Khalid Koser, δρομολογεί πρωτοβουλίες CVE στη Νιγηρία που επιδιώκουν να αντλήσουν υποστήριξη από τις επιχειρήσεις με προσφορές που να ταιριάζουν με τις δωρεές τους.

Όσο για τους φιλάνθρωπους [1] στις Ηνωμένες Πολιτείες, και αυτοί ήταν απρόθυμοι να εμπλακούν σε CVE. Ως επί το πλείστον, τα ιδρύματα των ΗΠΑ είναι επιφυλακτικά σχετικά με την χρηματοδότηση οτιδήποτε συνδέεται με αυτό που αναφέρεται πολλές κυβερνήσεις ως «βίαιος εξτρεμισμός» -ένα πλαίσιο για την κατανόηση των συγκρούσεων που πολλά ιδρύματα υποστηρίζουν [19] είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ατζέντα της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. (Πράγματι, ορισμένα ιδρύματα υποστήριξαν ότι οι αμερικανικές πολιτικές, όπως τα χτυπήματα με drones και η υποστήριξη ασφαλείας σε καταπιεστικές κυβερνήσεις, έχουν κάνει πολλές κοινότητες πιο φιλικές προς τις ριζοσπαστικές ατζέντες). Ωστόσο, παρά τον δισταγμό τους να χρηματοδοτήσουν προγράμματα που σχετίζονται με το θέμα του βίαιου εξτρεμισμού, πολλά ιδρύματα των ΗΠΑ υποστηρίζουν πρωτοβουλίες που αποβλέπουν στην βελτίωση της διακυβέρνησης, την ενίσχυση των γυναικών και των νέων, καθώς και την μεταρρύθμιση της εκπαίδευσης στις ίδιες περιοχές όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες δωρήτριες κυβερνήσεις στοχεύουν στην μείωση της ριζοσπαστικοποίησης. Αντί να πιεστούν τα ιδρύματα να υποστηρίξουν προσπάθειες CVE, μια πιο αποτελεσματική προσέγγιση θα ήταν να ενθαρρυνθούν να στηρίξουν προγράμματα όπως οι επενδύσεις σε σχολεία και εκπαιδευτικούς που προωθούν διαδεδομένες ερμηνείες του Ισλάμ, που δεν συνδέονται ξεκάθαρα με την αντιμετώπιση του βίαιου εξτρεμισμού, αλλά που θα εξακολουθούν να μειώνουν την ευπάθεια των ατόμων στην στρατολόγηση από τρομοκράτες. Δεδομένου ότι οι εταιρείες και τα ιδρύματα έχουν την τάση να κρατούν μιαν απόσταση από τα προγράμματα CVE, θα είναι επίσης σημαντικό να αναζητηθεί χρηματοδότηση από εύπορους ιδιώτες και οικογενειακά ιδρύματα, τα οποία δεν έχουν θεσμικά συμβούλια να ικανοποιήσουν, μπορούν να διαθέσουν τα χρήματα γρήγορα, και μπορεί να είναι πρόθυμα να αναλάβουν ρίσκο με έργα που είναι περισσότερο πολιτικά προσανατολισμένα από όσο μπορούν να αντέξουν άλλες ομάδες.

ΣΥΝΤΟΝΙΖΟΝΤΑΣ ΤΙΣ CVE

Η κοινότητα των δωρητών για CVE (Αντιμετώπιση του Βίαιου Εξτρεμισμού) πάσχει επίσης από έλλειψη συντονισμού. Εν μέρει, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η χρηματοδότηση για CVE τείνει να προέρχεται από ένα ευρύ σύνολο φορέων, κάποιοι εκ των οποίων ασχολούνται με την ασφάλεια και άλλοι με την ανάπτυξη. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, για παράδειγμα, είναι η πηγή ξεχωριστών ροών χρηματοδότησης προγραμμάτων CVE στην Αφρική, τα Βαλκάνια και την Μέση Ανατολή, και δεν διαθέτει έναν μηχανισμό για να εξασφαλιστεί ότι τα εν λόγω προγράμματα λειτουργούν συντονισμένα ή ακόμα και έξω από ένα κοινό σύνολο προτεραιοτήτων. Γενικότερα, ομάδες της κοινωνίας των πολιτών, διεθνείς ΜΚΟ, και άλλα ιδρύματα που εφαρμόζουν προγράμματα CVE δεν έχουν αρκετές ευκαιρίες για να μοιράζονται μεταξύ τους τα διδάγματα που έχουν μάθει επί του εδάφους, ούτε υπάρχουν αρκετές ευκαιρίες για τους δωρητές να μοιραστούν τις δικές τους εμπειρίες με τους τοπικούς συνεργάτες τους.

Μαζί με τους ομολόγους της στην Δυτική Ευρώπη, η USAID εργάζεται για να δημιουργήσει ένα άτυπο φόρουμ [20] για την αντιμετώπιση ορισμένων από αυτά τα κενά. Αλλά οι κυβερνήσεις πρέπει να προχωρήσουν περισσότερο, δημιουργώντας μια μόνιμη και πιο περιεκτική πλατφόρμα που να ενσωματώνει τόσο τις Υπηρεσίες καταπολέμησης της τρομοκρατίας όσο και τους αναπτυξιακούς Οργανισμούς, ίσως συνδέοντάς τα σε μια υπάρχουσα πολυμερή ομάδα όπως το Παγκόσμιο Φόρουμ Αντιτρομοκρατίας, το οποίο φέρνει μαζί 29 χώρες και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι δωρητές πρέπει επίσης να αρχίσουν να αντιμετωπίζουν την αποστροφή προς το ρίσκο και την καινοτομία που μαστίζει σήμερα την κοινότητα CVE. Η χρηματοδότηση για τα προγράμματα CVE τείνει να χρειάζεται μήνες για να φθάσει επί τόπου και πολύ συχνά οι Δυτικοί δωρητές την κατευθύνουν μόνο σε Οργανισμούς που έχουν δείξει ότι μπορούν να συμμορφώνονται με τις επαχθείς απαιτήσεις τους, αφήνοντας πίσω νεότερους, μικρότερους και πιο καινοτόμους εταίρους. Όταν δίνεται η επιλογή μεταξύ της ταχείας χρηματοδότησης [21] για προγράμματα που περικόπτουν τον χρόνο που χρειάζονται οι οργανώσεις βάσης για να λαμβάνουν κεφάλαια CVE, και των παραδοσιακών διαδικασιών που απαιτούν σχεδόν ένα πλήρες έτος χρόνου επεξεργασίας, οι δωρητές συντριπτικά τείνουν να επιλέξουν τα δεύτερα: Ο επιταχυμένος μηχανισμός χρηματοδότησης του GCERF, για παράδειγμα, έχει μαζέψει μέχρι στιγμής μόνο 300.000 δολάρια αλλά η ομάδα έχει κινητοποιήσει πάνω από 20 εκατομμύρια δολάρια για τα πιο αργά προγράμματά του. Αυτό έχει σημασία γιατί το να φθάσει η χρηματοδότηση στις κοινότητες που την χρειάζονται γρήγορα είναι απαραίτητο για να βρεθούν πιο μπροστά από την απειλή που θέτουν οι βίαιες εξτρεμιστικές ομάδες.

Οι δωρητές αναγνωρίζουν ότι οι προσπάθειες CVE θα πρέπει να ανταποκρίνονται στις τοπικές ανάγκες. Ωστόσο, οι προσεγγίσεις που έχουν ληφθεί μέχρι στιγμής ρισκάρουν να υπονομεύσουν τον στόχο αυτό. Πολύ συχνά, οι χορηγοί παρέχουν βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση για να εφαρμοστούν προγράμματα στενής εστίασης που δεν είναι βιώσιμα μόλις λήξουν οι επιχορηγήσεις. Αντ’ αυτού θα πρέπει να στηρίξουν μακροπρόθεσμα έργα. Καλύτερα ακόμα, αντί απλώς να χρηματοδοτούν τοπικές οργανώσεις των οποίων οι ικανότητες είναι συχνά περιορισμένες, οι δωρητές θα πρέπει να εργαστούν για να αναπτύξουν τις ικανότητες αυτών των οργανώσεων να εργάζονται μόνες τους, χωρίς να στηρίζονται σε μεσάζοντες -συνήθως διεθνείς ΜΚΟ και εργολάβους του ιδιωτικού τομέα – τους οποίους συχνά προσλαμβάνουν για να επιβλέπουν τις επιδοτήσεις τους.

ΟΡΙΣΜΟΙ VS. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Ένα από τα πιο επίμονα εμπόδια για την CVE (Αντιμετώπιση του Βίαιου Εξτρεμισμού) σήμερα είναι ότι τα κράτη, οι ομάδες της κοινωνίας των πολιτών, καθώς και οι πολυμερείς Οργανισμοί δεν συμφωνούν σχετικά με το τι είδους προγράμματα θα πρέπει να θεωρούνται δικά τους. Οι γραμμές μεταξύ της τρομοκρατίας και του βίαιου εξτρεμισμού μπορεί να φαίνονται θολές, όπως και τα όρια μεταξύ πάταξης ή πρόληψης του βίαιου εξτρεμισμού και της αντιτρομοκρατίας, όπως είναι παραδοσιακά κατανοητός ο όρος αυτός από τους Οργανισμούς ασφαλείας. (Πράγματι, το 2016 στο σχέδιο δράσης του, ο ΟΗΕ αποφεύγει εσκεμμένα την αντιδικία, αρνούμενος να ορίσει τόσο τον «βίαιο εξτρεμισμό» όσο και την «πρόληψη του βίαιου εξτρεμισμού» -την έκφραση που χρησιμοποιεί το διεθνές σώμα στην θέση της CVE).

Η ομίχλη περί των ορισμών σημαίνει ότι δεν υπάρχει κοινή αντίληψη μεταξύ των κυβερνήσεων, των πολυμερών Οργανισμών και των ομάδων της κοινωνίας των πολιτών σχετικά με το τι συνιστά ένα πρόγραμμα CVE, καθιστώντας αδύνατο να προσδιοριστούν τα ποσοτικά κενά στην χρηματοδότηση της CVE σε διεθνές επίπεδο. Ωστόσο, η διαδικασία επίτευξης συμφωνίας σχετικά με τον ορισμό του τι συνεπάγεται μια CVE θα ήταν πιθανόν να είναι τόσο επίπονη και χρονοβόρα που θα οδηγήσει σε μια αποδυναμωμένη συναίνεση μικρής χρησιμότητας. Αντί να εστιάσουν στους ορισμούς, λοιπόν, τα κράτη και οι διεθνείς οργανισμοί θα πρέπει να επικεντρωθούν στα αποτελέσματα: Για παράδειγμα, στην μείωση των δεξαμενών στρατολόγησης των τρομοκρατικών ομάδων, στην καταπολέμηση της προπαγάνδας τους, στην καθοδήγηση των νέων που γιορτάζουν αυτή την προπαγάνδα μακριά από την βία και στην ενσωμάτωση των πρώην τρομοκρατών που δεν είναι πλέον απειλητικοί στις κοινότητές τους.

Η χρηματοδότηση και υλοποίηση των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι δωρήτριες κυβερνήσεις και οργανώσεις μπορούν να υπερνικηθούν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες υπονόησαν ότι θέλουν να ηγηθούν στο δρόμο για την προώθηση της συνεργασίας μεταξύ των δωρητών για την ανάπτυξη και εκείνων για την ασφάλεια. Το GCERF εξελίσσεται σε ένα παγκόσμιο Ταμείο, κάνοντας χρήση της στήριξης από 12 κυβερνήσεις, την ΕΕ και τον ιδιωτικό τομέα. Και το Σχέδιο Δράσης του ΟΗΕ θα εξασφαλίσει ότι τα θέματα αυτά θα παραμένουν στην ατζέντα των κυβερνήσεων σε όλο τον κόσμο στο άμεσο μέλλον. Αυτά είναι πολύ σημαντικά βήματα, αλλά η αύξηση του βίαιου εξτρεμισμού δικαιολογεί ακόμα μια πιο αποτελεσματική απάντηση. Η μάχη δεν πρέπει να χαθεί λόγω έλλειψης μερικών εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων ετησίως ή ως αποτέλεσμα της απροθυμίας των δωρητών και των εκείνων που εφαρμόζουν τα προγράμματα αυτά να συντονίσουν τις προσπάθειές τους, να αναλάβουν καινοτόμα ρίσκα, και να επενδύσουν σε μακροπρόθεσμες και τοπικά κατευθυνόμενες πρωτοβουλίες.

Copyright © 2016 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/2016-07-27/better-way-counter-vi...

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2015-02-18/why-cou...
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/obama-and-terrorism
[3] http://www.un.org/en/ga/search/view_doc.asp?symbol=A/70/674
[4] https://www.foreignaffairs.com/topics/terrorism
[5] https://www.state.gov/documents/organization/257913.pdf
[6] https://www.foreignaffairs.com/topics/economic-development
[7] http://www.strategicdialogue.org/wp-content/uploads/2016/06/YouthCAN-UN-...
[8] https://www.foreignaffairs.com/articles/burundi/2016-01-28/burundi-ultim...
[9] https://www.foreignaffairs.com/articles/ethiopia/2016-05-26/ethiopias-va...
[10] http://www.thelocal.dk/20151112/un-alarmed-by-denmarks-aid-cuts-to-pay-f...
[11] https://www.theguardian.com/global-development/2015/nov/05/sweden-could-...
[12] https://www.oecd.org/dac/DAC-HLM-Communique-2016.pdf
[13] http://www.worldbank.org/en/news/press-release/2016/06/14/european-commi...
[14] http://www.state.gov/j/remarks/247819.htm
[15] http://www.bbc.com/news/business-36700595
[16] https://www.foreignaffairs.com/articles/middle-east/digital-counterinsur...
[17] https://www.foreignaffairs.com/articles/2015-12-10/game-theory-terrorism
[18] http://www.gcerf.org
[19] http://static1.squarespace.com/static/521b8763e4b03dae28cd3e72/t/5750d3e...
[20] https://www.usaid.gov/news-information/congressional-testimony/apr-12-20...
[21] http://www.gcerf.org/wp-content/uploads/DOC_05_Funding_Model.pdf

foreignaffairs.gr/articles/70911/khalid-koser-kai-eric-rosand/enas-kalyteros-tropos-antimetopisis-toy-biaioy-ekstremismoy